Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Προσωρινά, λιγότερο προσωρινά, για μεγάλο διάστημα, μόνιμα

«Για λίγο καιρό». Αύριο-μεθαύριο. Όπου να ‘ναι. Έκανε καλή δουλειά η τελευταία σας επαγγελματική συνέντευξη, θα ακολουθήσει σάς είπαν κι άλλη την επόμενη εβδομάδα, την μεθεπόμενη ή την επόμενη της μεθεπόμενης εβδομάδας. Ο καιρός περνάει τόσο γρήγορα. Οι εβδομάδες σας κατρακυλούν σαν άδεια βαρέλια στην κατηφόρα του κενού χρόνου.

Μπράβο αν βγάλατε τον μαραθώνιο των συνεντεύξεων κατοστάρι.

Η ανεργία του «λίγου καιρού» είναι ένα απλό επαγγελματικό διάστρεμμα. Λίγη ξεκούραση και ξανά πίσω στη δουλειά. (Να θυμάστε μόνο να προσέχετε πώς το πατάτε για να μην την ξαναπάθετε.)

Από το «για λίγο καιρό» στο «ποτέ ξανά» η χρονική απόσταση είναι μεγάλη.

Η μεταλλαγή του εαυτού σας είναι μεγαλύτερη. Αν και εξελίσσεται σταδιακά, ένα βουβό κατρακύλισμα χωρίς ντάμπα-ντούμπα, όλοι γυρνάνε το κεφάλι τους προς το μέρος σας. Καθώς οδεύετε προς το «ποτέ ξανά», αισθάνεστε τα χιλιάδες μάτια μιας μύγας αποκρουστικής στο κλόουζ-απ που μόνο εσείς από τον περίγυρό σας είστε σε θέση να δείτε επειδή βρισκόσαστε σε απόσταση αναπνοής. Μυρίζετε την μυγική ανάσα της και αναγνωρίζετε τι τρώνε «οι άλλοι», το ίδιο που φάγατε πέρσι τέτοια μέρα. Ψυχολογικά λερός, μια ποταπή ανεργόμυγα με ονοματεπώνυμο, πατάτε στο «ποτέ ξανά» με την ελπίδα ότι κάποια διπλωμένη εφημερίδα θα σας διώξει από κει.

Ο «για λίγο καιρό» εαυτός σας βγαίνει από τη φωτογραφία πάνω από το τζάκι και ανταλλάσσει χειραψία με τον άγνωστό του κύριο «ποτέ ξανά» εαυτό σας. Η μύγα-εσείς ζουζουνίζει μανιασμένη. Κρατώντας την ανάσα του, στάσιμος ο αέρας στο κλειστό δωμάτιο παρακολουθεί πότε θα πεταχτεί από καμιά φωτογραφία ή γωνία κάποια χερούκλα να την ησυχάσει με το ζόρι.

Από το στέρεο έδαφος του «προσωρινά», ένα χρονικό πηδηματάκι και ένα τηλεφώνημα που δεν έπεσε, σάς έριξαν στην κινούμενη άμμο του «μόνιμα». Η πρώτη-πρώτη σανίδα σωτηρίας έχει σχήμα κυματιστό και μια τελείτσα. Είναι το ερωτηματικό του «ποτέ ξανά;», «μόνιμα;» που βλέπετε πριν η κινούμενη άμμος σάς καλύψει τα μάτια. Της ατομικής τελείας σας προηγείται ο σπασμένος κύκλος του κόμματος και μια φευγάτη τελεία στον αέρα. Από πού να κρατηθείτε;

Από «όπου να ‘ναι».

Σκέψη στο περιθώριο
«Πότε ξανά;» στη θέση του «ποτέ ξανά».

Ένα από τα κείμενά μου για την ανεργία

ΥΓ. Διαβάστε τις "Δύσκολες ερωτήσεις" στο http://www.booknights.gr/


Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Μια παλιά επαγγελματική φωτογραφία διηγείται

Στεκόντουσαν, θυμάμαι, όλοι μαζί, αγκαλιασμένοι, με χαμόγελο «τσιζ» και την επόμενη κουβέντα να καιροφυλακτεί στην κουΐντα του στόματος. Όλη μαζί η παρέα, συμπιεσμένη. «Ελάτε πιο κοντά» κι «ελάτε πιο κοντά» τούς έλεγε αυτός που έκανε τον φωτογράφο, «στριμωχτείτε». Οι κολλητοί του γραφείου κόλλησαν ακόμη πιο πολύ. Κάποιος επωφελήθηκε, θυμάμαι, από την ανέλπιστη αφορμή και στριμώχτηκε σαν περικοκλάδα πάνω στην ξανθιά κοπελίτσα μιας υποδοχής. Δυο-τρεις έψαχναν μια θέση, δεν είχαν θέση. Μπήκαν τελικά στο περιθώριο, στην ακρούλα - ακρούλα που συνήθως κρύβει η κορνίζα.

Ήταν μια συνηθισμένη επαγγελματική σκηνή που επιδιώξανε να την δείξουνε ανθρώπινη με μια φωτογραφία. Με φώναξαν ως αναμνηστική. Κάποιος θέλησε να αποθανατίσει την σχέση (προσέξτε το, όχι την στιγμή), την καλή επαγγελματική τους σχέση σκόπευε να αποθανατίσει αιώνια. Οι φωτογραφίες είμαστε συνηθισμένες να ακούμε μεγάλα λόγια. Δεν είχα λοιπόν αντίρρηση, αυτή ήταν η δουλειά μου, να κουβαλάω αναμνήσεις σε κλειστά συρτάρια και σκονισμένες στοίβες άλμπουμ.

Στήθηκαν λοιπόν όλοι τους με ένα παρατεταμένο γελοίο «τσιζ». Άλλοι αγκαζέ, άλλοι αγκαλιά από τους ώμους, συν τον άνδρα-περικοκλάδα. Με κοιτούσαν κατάματα, έτσι μου έδωσαν το δικαίωμα να τους κοιτάω κατάματα κι εγώ. Θυμάμαι καλά το πρόσωπο που μου λέτε, αυτόν που είναι τώρα άνεργος. Τότε ήταν ίδιος, όπως όλοι οι Κινέζοι είναι ίδιοι για τους Ευρωπαίους. Στήθηκε όπως οι άλλοι, πανομοιότυπος σταυρόκομπος, κρύφτηκε μέσα στο σύμπλεγμά τους έως τον λαιμό, αλλά σε κάτι διέφερε κι εμένα δεν μπόρεσε να με ξεγελάσει. «Μια εικόνα χίλιες λέξεις» δε λένε; Κι εμείς στη φωτογραφία, είπαμε πολλά.

Αυτό που βλέπετε, δεν είναι τίποτα! Μόνο αυτό θα σας αποκαλύψω κι αντίο σας.

Σκέψη στο περιθώριο
Αναρωτιέμαι (οι φωτογραφίες όταν σκέφτονται αναρωτιούνται), όλα τούτα τα αγκαλιασμένα πλάσματα ήταν αληθινά;

Ένα από τα κείμενά μου για την ανεργία.







Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Μαθήματα απλής φυσικής για αρχαρίους ανέργους


Ο Νόμος της Ταλάντωσης της Φυσικής τα λέει με το νι και με το σίγμα: Σαν το εκκρεμές, οι φρέσκοι άνεργοι θα πηγαινοερχόμαστε ώσπου σε ένα σημείο θα καταλήξουμε, το οποίο θα είναι άλλο από εκεί απ’ όπου ξεκίνησε η ταλάντωση!

Το σημείο της έναρξης της ταλάντωσης είναι η στιγμή της ανακοίνωσης της απώλειας της εργασίας. Η δυναμική που αναπτύσσεται, κατά τον Νόμο μεταφράζεται σε κινητική ενέργεια. Πάμε! Η διαδρομή μας ξεκινάει! Ακολουθούμε το νοητό εκκρεμές της Φυσικής. Κατεβαίνουμε ουουουπ και στην συνέχεια ανεβαίνουμε. Αντίρροπες δυνάμεις (έτσι τις λέει η Φυσική, εμείς τις λέμε αλλιώς) φρενάρουν την κίνησή μας. Αγκυλωνόμαστε σε ένα σημείο που δεν έχει εταζέρα να πατήσουμε όπως στους ακροβάτες στο τσίρκο. ΔΕΝ αφήνουμε το σχοινί. Προσοχή, γιατί εκεί είναι που χάνονται οι περισσότεροι. Στο τσίρκο της ζωής δεν υπάρχει προστατευτικό δίχτυ.

Ψιλοπλαγιαστοί εκεί πάνω, μένουμε μετέωροι. Δεν είναι βολικά αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ, μόνο τόσο για να αφουγκραζόμαστε τι καιρό κάνει εκεί πάνω ή για όσο αναρωτιόμαστε για πού θα το βάλουμε τώραααααα, ξεκινάει νέα κάθοδος, ουουπς ... ουφ νέα άνοδος. Στάση για αναπνοή και για να απολαύσουμε από ψηλά τα αξιοθέατα, νέα πτώση, λίγο συντομότερη όσο πάει ευτυχώς. Δυστυχώς είναι συντομότερη και η άνοδος αλλά τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να επέμβουμε στη Φύση! Εξάλλου τώρα ξέρουμε ότι όταν βρεθούμε στα πολύ κάτω θα ξανανέβουμε αντίρροπα. Να ‘σαι καλά, Αντίρροπη!

Η νέα πτώση είναι ακόμα πιο σύντομη. Η επόμενη άνοδος συντομότερη της πτώσης που προηγήθηκε αλλά, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, η πτώση που ακολουθεί είναι επίσης συντομότερη! Όσο πηγαινοερχόμαστε, αρχίζει να ξεχωρίζει σιγά-σιγά, να αποκαλύπτεται, το σημείο όπου θα λήξει η Ταλάντωση. Που θα έχουν ολοκληρωθεί οι ταλαντευτικές μας διαδρομές.

Το νέο σημείο, ο Νέος Εαυτός μας, εκεί που θα καταλήξουμε και θα αποβιβαστούμε πιθανώς ζαλισμένοι σαν κοτόπουλα, ο Νόμος λέει πως σίγουρα δεν θα είναι το σημείο της αφετηρίας της ταλάντωσης (θυμίζω πως αφετηρία ήταν η ανακοίνωση της απόλυσης) και μάλιστα υπόσχεται πως θα είναι πέρα μακριά.

Το πόσο μακριά, εξαρτάται από τη δυναμική της απώλειας της εργασίας, η οποία ποικίλει ανά περίπτωση. Είναι ανάλογα με το Βάρος του Σώματος υπό ταλάντωση, με τον τρόπο δηλαδή που θα αντιληφθεί την απώλεια της εργασίας του το κάθε άτομο. Και ασφαλώς ανάλογα με τη Δύναμη της Ταλάντωσης, το πόσο δυνατά ή μαλακά θα τον σπρώξει ο Εργοδότης του έξω από τη δουλειά. Όλα τα υπόλοιπα λειτουργούν συμπληρωματικά (όπως το πόσο έχει επενδύσει στην εργασία του ο εργαζόμενος) ή αντίρροπα (το οικογενειακό του στήριγμα).

Ο Νέος Εαυτός μας είναι ο Νέος Κόσμος μας. Καλώς τον βρήκαμε!

Σκέψη στο περιθώριο
Το «εκκρεμές» έχει την ίδια ρίζα αλλά όχι την ίδια σημασία με την «εκκρεμότητα». Η εκκρεμότητα έχει τη δύναμη, εκτός κάθε Νόμου, να μένει στάσιμα ακίνητη! Το πρόβλημα της ανεργίας εκκρεμεί …από το «εκκρεμές» ή από την «εκκρεμότητα»;

(Ένα από τα κείμενά μου για την ανεργία)


ΥΓ. Αν θα θέλατε το κείμενο αυτό να συνοδεύεται από μία εικόνα = χίλιες λέξεις,, ...μπείτε στο Booknights.gr.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Αφύλαχτοι σ' αυτό το παιχνίδι των ορίων

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
"ένατο"

Ζω σημαίνει σκέφτομαι
Βλέπω τ' απέραντο φως ν' αναλώνεται
Ακούω τις σειρήνες
αφύλαχτος σ' αυτό το παιχνίδι των ορίων
Η χαρά απέναντι στη λύπη,
η κόκκινη ρωγμή στα στόματα,
ο θαυμασμός για το κορμί και την απλότητα,
η μνήμη σαν σπίθα για τις επόμενες γενεές,
η εντύπωση πως δεν επέστρεψα ποτέ από τα βάθη της θάλασσας
(Αφουγκράζομαι τον ποιητή)
...tornan d'i nostri visi le postille debili si',
che perla in bianca fronte,
non vien men forte a le nostre pupille...
Οι δικοί μου περασμένοι άνθρωποι
-άνδρες και γυναίκες, που υπήρξαν εδώ
αφήνοντάς μου σημάδια στο πρόσωπο,
την επιδερμίδα, τους μυώνες, τα αισθητήρια-
τριγυρίζουν σαν θύμησες στα ίδια χώματα
Τα φώτα έχουν πια λιγοστέψει στην καστρόπολη
Σε κάθε βήμα η απογύμνωση ενός μύθου που συνέβη
και ο μυστικός ρυθμός
που χορεύεται ζευγαρωτά, από σπασμένα κεραμίδια,
γλυπτές γυναικείες γάμπες και πετρόμυλους
Στέκομαι ακίνητος
Τα κατάρτια γέρνουν προτού βυθιστούν
Ο αμπελώνας θροΐζει από μακριά,
για να τρομάξει τα χαμηλά κύματα
Η παρηγορία σαν ιδέα,
η αψίδα για τους άπλειστους,
η σύγκρουση για θύτες και θύματα
Η θνητή υπόσταση της λάμψης σου, με παρασύρει
Οι βοκαμβίλιες σχηματίζουν χειμάρρους
σκορπισμένους άτσαλα στ' ανηφορικά καντούνια
Το σήμαντρο χτυπάει ασταμάτητα: ζω κραυγάζοντας
Σήμανε ο καιρός για να μάθει ο ένας τον άλλον...

(Ποίημα από τη συλλογή "Σύντομο ημερολόγιο Αυγούστου", εκτός εμπορίου, (.poema..) εκδόσεις, 2009)

Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το ποίημα "Ένατο" του Βασίλη Ρούβαλη και γέμιζα ήχους από τριγμούς, από φωνές, από ψιθύρους, από θροΐσματα, από πνοές, από βόγκους. Έχουμε συνηθίσει τον ήχο ως οδικό μέσο για να μεταφέρει αυτά που θέλουμε να πούμε ή να μας πούνε και τείνουμε να ξεχνάμε, εγώ τουλάχιστον, πως υπάρχει και ήχος χωρίς παραλήπτη. Τέτοιος είναι ο ήχος βουητό που βγαίνει σσσσσσυρτά από την άκρη ενός χωνιού που η βάση του είναι τοποθετημένη (να μην πω μπηγμένη γιατί δημιουργεί άσχημη εικόνα, αλλά αυτό έχω στο μυαλό μου), είναι ελάχιστα μπηγμένη, λοιπόν, στην ψυχή μας.

Τα σσσσσσυρτά μηνύματα που δέχομαι από ολόγυρά μου τον καιρό μας της κρίσης, όπως τιτλοφορείται αυθαιρέτως αλλά ούτε αυτό κατεδαφίζεται, είναι ήχοι από τριγμούς, από φωνές, από ψιθύρους, από θροΐσματα, από πνοές, από βόγκους.

Έτσι, επικοινωνώ αυτή την εβδομάδα μαζί σας πάλι για την ανεργία, όχι με ένα νέο κείμενο αλλά με ένα ποίημα. Που μπορεί να το έγραψε ο κ. Ρούβαλης για άλλον λόγο, το δικό του λόγο, για έρωτα, ας πούμε, και να είμαι με την ανεργία εκτός θέματος, και ζητώ προκαταβολικά συγνώμη γι’ αυτό, όμως αυτό, θαρρώ, είναι η Ποίηση. Σε ένα ποίημα η ποίηση χωράει εκατοντάδες μηνύματα. Έχει τούτο το θεϊκό χάρισμα …και την χωρητικότητα. Από μια κλωστή της ύφανσής της πιάνεται ο καθένας και ανεβαίνει, κι εγώ βρήκα την κλωστή μου.

Αυτό που με δυσκόλεψε ήταν να βρω ποιον στίχο από το «Ένατο» θα βούταγα από το ποίημα για να τον κάνω τίτλο στο δικό μου κείμενο. «Τα φώτα έχουν πια λιγοστέψει στην καστρόπολη», μου ταιριάζει απίθανα. Αποδίδει έξοχα το χρώμα (ματωμένη δύση) της εποχής που διανύουμε. Αλλά και το «Οι βοκαμβίλιες σχηματίζουν χειμάρρους» το θέλω, ταιριάζει στη θετική μου φύση. Άλλο τόσο θέλω τον λυπημένο στίχο "Τα κατάρτια γέρνουν προτού βυθιστούν" που το βλέπω σαν μια υπόκλιση στη ζωή. Και το «Ζω σημαίνει σκέφτομαι», ταιριάζει «γάντι». Ασφαλώς και το «Βλέπω τ' απέραντο φως ν' αναλώνεται», ως ένα ποιητικό κατηγορώ για το γενικό ξόδεμα που βλέπω γύρω μου. Ή μήπως ο εκκωφαντικός στίχος «Το σήμαντρο χτυπάει ασταμάτητα: ζω κραυγάζοντας»; Θα μπορούσα, ακόμη, να ξεκινήσω από το τέλος του ποιήματος που μ’ αρέσει τρελά «Σήμανε ο καιρός για να μάθει ο ένας τον άλλον», σαν μια προτροπή.

Τελικά, κι επειδή απεχθάνομαι τον τίτλο «άτιτλο», έβαλα, όπως είδατε, το «Αφύλαχτοι σ' αυτό το παιχνίδι των ορίων». Πολύ πεζά (πεζογράφος είμαι κι όχι ποιήτρια) το έφερα σε πληθυντικό αριθμό γιατί είμαστε πολλοί!

Ελπίζω ότι θα βρείτε κι εσείς στο ποίημα «Ένατο» την κλωστή σας. Σας εύχομαι, αγαπητοί μου, καλή αναρρίχηση!

ΥΓ. Νέο κείμενο δεν έχω στο blog μου, έχω όμως αλλού!
«Ο μαραθώνιος των συνεντεύξεων» στο http://www.booknights.gr/arthra/2010-12-14-20-19-47/106-interviews#comments και «Η χαμένη ευκαιρία να βγούμε στην τηλεόραση» στο http://akamas.wordpress.com/
Από τη μεριά μου, η δουλειά της εβδομάδας!

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας: Πόνημα ποιητικής ερμηνείας



Ας δώσουμε στον όρο την σωστή του ερμηνεία!

Η «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας» κακώς ερμηνεύεται από πολλούς ως «η ανεργία είναι παγκόσμια», γιατί η ανεργία είναι ολόδική μου και του Γιάννη και του Κώστα και της φίλης μου της Μαργαρίτας.

Η «παγκοσμιοποίηση» τους ανέργους τούς κολακεύει, ασφαλώς, όχι γιατί τους κάνει διεθνείς, αλλά επειδή εμπεριέχει «ποίηση».

Βέβαια η Ποίηση ως γραπτός λόγος δεν μπορεί να είναι σε μία και παγκόσμια γλώσσα. Άρα η συγκατοίκησή τους στη λέξη «παγκοσμιοποίηση» δεν πρέπει να είναι και πολύ αρμονική. Όλο και θα συγκρούονται για το ποιος θα πλύνει τα φλιτζάνια στο νεροχύτη και θα καθαρίσει το μπάνιο, που είναι παγκοσμίως ισχύουσες πρακτικές που δεν ταιριάζουν όμως στην «ποίηση».

Όσο κάθεται στην τουαλέτα που θα έπρεπε να καθαρίσει, η ποίηση της «παγκοσμιοποίησης» χαϊδεύει στα μαλλιά ανέργους. Η τρυφερότητα της ποίησης είναι το ζητούμενο για τους ανθρώπους χωρίς δουλειά. Αυτό που τους λείπει. Σαν τον διψασμένο χαμένο διαβάτη στη μέση της Σαχάρας. Παρερμηνεία προϊόν εύκολης ανάγνωσης θα ήταν ότι το ζητούμενο για τους ανέργους θα μπορούσε ποτέ να ήταν το περιεχόμενο μιας ποιητικής συλλογής με τον τόσο τεχνοκρατικό τίτλο «η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας».

Ίσως η «μελοποίηση» που έχει και το μέλι της «μελωδίας» να ήταν τουλάχιστον ηχητικά πιο γλυκό. «Η μελοποίηση της ανεργίας» θα έδινε σίγουρα μια πιο χαρωπή ατμόσφαιρα στη θλιπτική ανεργία. Θα ήταν σαν μια κουρτίνα με φωτεινές κλάρες σε ένα παράθυρο με γκρι ξεφλουδισμένα παντζούρια και σκονισμένα τζάμια.

Πίσω από την κρεμασμένη «παγκοσμιοποίηση»-κουρτίνα, το έμπειρο μάτι του ανέργου (αυτού που θα σταθεί μπροστά στην κουρτίνα της ανεργίας για μεγάλο χρόνο) μπορεί να διακρίνει μια κρυμμένη ερμηνεία για την «ποίηση», ένα αισιόδοξο μήνυμα που πετάγεται σαν μπιμπίκι στην πεσιμιστική παγκοσμιοποιημένη ανεργία: ότι η Ποίηση της «-ποίησης» της «παγκοσμιοποίησης» θα αναζητήσει αργά ή γρήγορα να εκφράσει την ανεργία με μια «στροφή». Φυλάσσοντας για τους τελευταίους της στίχους μια στροφή περισσής ποιητικής τρυφερότητας για τον άνθρωπο χωρίς δουλειά, που θα δώσει μία και θα γυρίσει την Ανεργία «του» μία «στροφή» 180 μοίρες.

Κι αν, ακόμη, η «στροφή» της παλιοπαγκοσμιο-Ποίησης δεν έρθει, τουλάχιστον μένει ελεύθερη η προσδοκία (ποιητική αδεία) ότι η Ανεργία καταλήγει σε Ποίηση.


Ένα από τα κείμενά μου την Ανεργία

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Σε κάθε γωνιά της στρογγυλής Γης μας (Λυρικός αναστεναγμός)


Ο αναστεναγμός είναι ίδιος σε κάθε γλώσσα. Ένας παγκόσμιος αναστεναγμός δοξάζει την παγκοσμιοποιημένη παγκοσμιοποιήσιμη παγκόσμια ανεργία. Συγχρονίζονται οι Χοθέ, Χανς, Ντομινίκ, Σουλεϊμάν, Λεϊλά και οι δικοί μας Κώστας, Γιάννης, Μαργαρίτα, συγχρονίζονται σε κάθε γωνιά της στρογγυλής Γης και αναστενάζουν με το ένα-δύο-τρία, μήπως κι ακουστούν. «Υπάρχει κανείς να μας ακούσει;». Υπάρχει κανείς να τους ακούσει; Υπάρχει κανείς στην άκρη του παγκόσμια, μήπως στο τελικό «άλφα» ή έστω στο λιγνό λιτοδίαιτο ξερακιανό προτελευταίο «γιώτα»; Ακόμη και το «παν» τους, ο παγκόσμιος κόσμος κατάφερε και το έκρυψε στο «παγ», να μην φανεί το «παν», να μη φανερωθεί το «όλον» και το «ολόκληρο», να μην προδοθεί το μέγεθος. Ένας βουβός αναστεναγμός υπερίπταται παγκόσμια. Σαν το όζον πλανάται από ανοιγμένες τρύπες. Μέσα από σύννεφα τρυπώνει και ξετρυπώνει. Φουντώνει ο αναστεναγμός, φουσκώνει σαν αερόστατο και βουβός, ήσυχος, κατά διαστήματα ξεφυσώντας φωτιά, υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν κάνει θόρυβο αλλά όμως ξυπνά τον κόσμο. Ίσως όχι του παγκόσμιου κόσμου. Του υπόλοιπου «παν». Βγαίνει στα παράθυρα ο μη παγκόσμιος κόσμος των Χοθέ, Χανς, Ντομινίκ, Σουλεϊμάν, Λεϊλά, Κώστα, Γιάννη, Μαργαρίτας να θαυμάσουν τη θέα, το αερόστατο των στεναγμών, μια γιγαντιαία ιριδίζουσα σαπουνόφουσκα που έφυγε στον αέρα από χιλιάδες συγχρονισμένα στόματα. Χιλιάδες ιριδίζουσες σαπουνόφουσκες, όσες οι άνεργες Λεϊλά και οι Μαρίες αυτού του κόσμου. Περιμένουν να σκάσει, να πλημμυρίσει ο τόπος χρώματα. Μέχρι τότε ακουμπισμένες μέρα - νύχτα στο περβάζι τους, αναστενάζουν.

«Αχ», αναστενάζει η Ανεργία παγκόσμια.
(Από τα κείμενά μου για την Ανεργία)


Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Οι Τρεις Μάγοι με τα δωράκια


Η λύπη έχει κρυφτεί καλά πίσω από την λάμψη. Άμα φανεί, υποσχέθηκε, θα παριστάνει την χαρούμενη. Τα φωτεινά λαμπιόνια στα μπαλκόνια κρύβουν πίσω τους την σκοτεινή διάθεση του κόσμου. Αναβοσβήνουν για να τραβήξουν την προσοχή, όπως κάνουμε όταν στέλνουμε μήνυμα sos. Και ο Άη Βασίλης που σκαρφαλώνει στον εξωτερικό τοίχο σαν διαρρήκτης, για καλή του τύχη είναι ψεύτικος (ούτε αυτός ο Άγιος Βασίλης, μάτια μου, είναι αληθινός) και θα σταματήσει εκεί, στο άνοιγμα της γρίλιας. Ευτυχώς γι’ αυτόν, γιατί μέσα στο σπίτι πιθανόν να τον περίμενε μια ψυχή μαύρη.

Άνθρωποι που ασφυκτιούμε, άρα γνωρίζουμε καλά από ασφυξία, και παρ’ όλα αυτά τυλίγουμε σφιχτά διάφορα κορδόνια με λαμπιόνια γύρω από κολόνες της ΔΕΗ, λερωμένους στύλους και μισοξεραμένα δεντράκια που περιμένουν να βρέξει ο ουρανός να ποτιστούν, τόσο αγνοημένα είναι όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Το σχοινί με τα λαμπάκια σφίγγει το δεντράκι σαν εφαρμοστό πουλόβερ με γυριστό γιακά. «Ασφυκτιώ!» θέλει το δέντρο να φωνάξει, όπως μάταια φώναζε «Διψώ!» το καλοκαίρι. «Υπομονή! Γίνεται για χάρη των παιδιών», το πείθουμε.

Στην εορταστική ατμόσφαιρα που δέχτηκε και πρόσθεσε η Γη στις ατμόσφαιρές της, προγραμματισμένη όμως αυτή να εξατμιστεί την επόμενη των Φώτων, το Άστρο της Βηθλεέμ αναβοσβήνει κι αυτό σαν παλιός λαμπτήρας που πάει να καεί. Μπερδεύεται η λάμψη του με τα φώτα στα μπαλκόνια μας. Δυσκολεύεται να βρει το δρόμο του να ενωθεί με το αστεράκι στην κορυφή του χριστουγεννιάτικου δέντρου μας, να το ακουμπήσει και να του δώσει φως από το φως του, όπως στην Ανάσταση. Ξεγελιούνται και οι Μάγοι από το δυνατό φως, δεν ξέρουν προς τα πού να πάνε τα δώρα τους, το χρυσό, το λιβάνι και την σμύρνα. Α, την σμύρνα. Εσπευσμένα χρειαζόμαστε λίγη σμύρνα. Κάτι έχει χαλάσει. Τον τελευταίο καιρό δεν μυρίζει ωραία. Τα αδέσποτα λαγωνικά έχουν φύγει. Αλυχτούν αλλού. Ψάχνουν κι αυτά ένα σπήλαιο.

Οι Τρεις Μάγοι περιπλανιώνται χαμένοι στις γειτονιές μας και τα προάστεια. Οι απόγονοι του προφήτη Βαλαάμ, στην έρημο της πόλης μας. Βαδίζουν ένας ένας στην σειρά, έτσι όπως τους τοποθετούμε πλάι στην φάτνη, σπίτι μας. Ώσπου διασταυρώνονται με την Κάθοδο των Μυρίων της εποχής μας, τους ανέργους. Απόγονοι άλλου ένδοξου παρελθόντος αυτοί. Όντας μόνο τρεις, οι Μάγοι κάνουν στην άκρη να περάσει το πλήθος των ανθρώπων που δεν έχουν δουλειά κι ως εκ τούτου δεν έχουν να προσκομίσουν δώρα. Οι Μάγοι τούς παρατηρούν, μαθημένοι να διαβάζουν τ’ άστρα. Κάνουν στροφή και τους ακολουθούν. Βαδίζουν πίσω από τους ανέργους μας πατώντας προσεκτικά στο χνάρι της πατημασιάς τους ώστε να μην μείνει ίχνος από τον μύθο στο πέρασμά του. Μια αχνή στοργή μόνο νιώθουμε όταν οι Μάγοι μάς προσπερνάνε, σαν χάδι του νοτιά, και αναρωτιόμαστε στο καταχείμωνο από πού ήρθε. Κοιτάμε ψηλά. Οι Μάγοι μάς έκαναν και κοιτάμε αισιόδοξα. «Καλά Χριστούγεννα!» ευχόμαστε στον διπλανό μας. Μαγικά νιώθουμε ότι η ευχή μας θα πιάσει, γι’ αυτό την επαναλαμβάνουμε δεξιά κι αριστερά. Λέγοντάς την συνειδητοποιούμε ότι δεν χρειάζονται πολλά, μια πνοή του νοτιά αρκεί, για να ξανααισθανθούμε ευτυχισμένοι.

Χωρίς φέτος ευδιάκριτο Άστρο της Βηθλεέμ να τους οδηγεί, οι Τρεις Μάγοι τείνουν το αυτί να πιάσουν βρεφικό κλάμα, να οδηγηθούν σαν μάνες προς το νεογέννητο. Έστω να βρουν έτσι το Θείο Βρέφος. Όμως κλάματα ακούν όπου κι αν στραφούν. Με τους χιτώνες και τις κάπες τους περιστρέφονται γύρω γύρω, σαν να τυλίγουν γύρω από το σώμα τους κι αυτοί μια μη ορατή αλυσίδα από λαμπιόνια. Ασφυκτιούν! Έως και οι Μάγοι ασφυκτιούν! (Χαίρεται το δέντρο.) Ο γέροντας Μελχιόρ, ο νεαρός Γάσπαρ και ο μελαψός Βαλτάσαρ περιστρέφονται ανεμίζοντας τα δώρα τους στον αέρα για να μην χαλάσουν, μην και τα καταπιεί η δίνη της περιστροφής και των καιρών, και σαρώνουν ήχους, όμως από παντού φτάνει ως αυτούς ήχος από κλάμα. Το βουβό, συμφωνούν, είναι το πιο εκκωφαντικό. Αφήνουν τα δώρα κάτω και με τις παλάμες τους κλείνουν τα αυτιά τους. Φέτος δεν θα έχει ο Χριστούλης δώρα.

Ούτε ο Βασιλάκης ούτε ο Κωστάκης ούτε το Κατερινάκι θα έχουν δώρα, Μάγε.

Ο Βαλτάσαρ μάς τείνει την σμύρνα.
(Το δώρο του να πιάσει τόπο.)
Σπρώχνουμε μαλακά τα βρέφη μας προς τα εκεί.

Το φως δεν κατάφερε να κρύψει την τόσο μεγάλη, μαζεμένη λύπη! Όπως το υποσχέθηκε, η λύπη θα παριστάνει την χαρούμενη. Σε πολλά σπίτια, φέτος, ο σάκος του Άη Βασίλη είναι ένας πεταμένος μαύρος πλαστικός των σκουπιδιών.

Σκέψη στο περιθώριο
Να ευχηθώ Καλά Χριστούγεννα!