Στο άγγιγμα του άντρα, πρώτα ξαφνιάστηκε και ύστερα αγριεύτηκε η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας, της τελικής μετόπης του Παρθενώνα. Πολεμούσε στη δυτική πλευρά, σε καλή θέση, φάτσα δύση. Πράγματι από κει πάνω είχε χαρεί τις χιλιάδες δύσεις που της είχε υποσχεθεί η αρχαία πόλη της Αθήνας όταν το πάρα πολύ πάλαι ποτέ μεσουρανούσε. Μια πόλη που μεσουρανεί να σου τάζει δύσεις! Τότε η Αμαζόνα το είχε βρει οξύμωρο. Σήμερα, προφητικό. Της το είχαν υποσχεθεί όμως οι αρχαίοι Αθηναίοι, η πέτρα ποτέ δεν ξεχνάει, όταν με το άλογό της την σήκωσαν από το έδαφος και την στήριξαν όρθια ανάμεσα σε δυο τρίγλυφα στην κορυφή του Παρθενώνα (σχεδόν στην κορφή, το αέτωμα είχε το ρετιρέ). Χωρίς να της πουν τότε πως κάποτε θα χάσει τον ουρανό και τ’ άστρα και ότι από τα ψηλά θα βρεθεί ξανά στα χαμηλά, στο χώμα.
Η τελευταία Αμαζόνα οργίστηκε, με την εσωστρέφεια της πέτρας αναγκαστικά. Αιχμάλωτη από το υλικό που ήταν φτιαγμένη.
Την άγγιζαν! Ανατρίχιασε. Ρίγησε η πέτρα. Της ήταν ξένο αυτό το άγγιγμα και δεν ήθελε να του αφεθεί. Η Αμαζόνα ήτανε συνηθισμένη μόνο στο χέρι του αρχιμαρμαροτεχνίτη του Φειδία. Τούτο το χέρι τής ήταν ξένο, σκληρό από υγρά σαπούνια πιάτων, στριφτά τσιγάρα και λάθος χειρονακτικές εργασίες. Ενοχλητικά τραχύ από άγνωστες στην Αμαζόνα μας χειροτεχνίες και χειροποίητα. Βιαστικό λες και υπακούει σε ωράρια. Και εχθρικό. Έτσι το χαρακτήρισε αυτή που η ζωή της ήταν οι άγριες μάχες.
Ο πεσμένος πολεμιστής με τον οποίο μοιραζόταν την μετόπη της, Αθηναίος οπλίτης, όπως της συστήθηκε, την κοιτούσε. Τον είχε ρίξει η Αμαζόνα στο έδαφος της μετόπης με το δόρυ της την στιγμή που πέτρωσε η μυθική πάλη τους, όταν μαζί τους πέτρωσε η στιγμή. Στην στάση αυτή, σε ένα σύμπλεγμα οι δυο τους που κάπως μιμείτο τον μεταγενέστερο Άη-Γιώργη, ο οπλίτης την κοιτούσε ακόμη. Στην ικεσία και στο φόβο, στη ματιά του, διέκρινε τώρα κοροϊδία. Χλευασμό και εκδίκηση. Ο νικημένος νίκησε με τη βοήθεια του χρόνου. Έκανε 2.500 χρόνια υπομονή και να που κέρδισε. Αν δεν ήταν πέτρινος και στριμωγμένος σε μια μετόπη, θα σηκωνόταν όρθιος και θα έδινε το χέρι του για ευχαριστώ στους συντηρητές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Μουσείου της Ακρόπολης που τον έβγαλαν από την ήττα του.
«Ρε από μια γυναίκα! Σε νίκησε μια γυναίκα, ξεφτιλισμένε!» τον μάλωνε μέσα από το δόντια του ένας ειδικευμένος εργάτης που πλησίασε στην μετόπη με κράνος. «Μας ντρόπιασες», τον μάλωσε ξανά ενώ τον χάιδευε σκουπίζοντας από πάνω του την σκόνη 25 αιώνων.
«2.500 ταπεινωμένα χρόνια», παραδέχτηκε ο Οπλίτης απολογητικά.
«Τι λες μωρέ;», τον έφερε στην πραγματικότητά μας ο σύγχρονος αρχιμαρμαροτεχνίτης κανενός Φειδία. «Εκείνα ήταν τα ταπεινωμένα χρόνια; Τούτα είναι! Πριν, καλά ήταν. Είχαμε τα επιδόματα.»
Η τελευταία Αμαζόνα περίμενε τελευταία την σειρά της. Υπομονετικά όσο χαϊδευόταν ο οπλίτης. «Δεν μου αξίζει» θα παραπονιόταν εάν είχε κάποιον να την ακούσει. Ο Φειδίας της όμως ήταν μακριά. Ούτε άκουγε πουθενά τον γλυκό λόγο του Περικλή, να την σώσει. Αναλογίστηκε από πόσα είχε διασωθεί σε αυτά τα πάρα πολλά χρόνια έως την αήττητη τωρινή επίθεση. Στις ανατινάξεις του ναού είχε μείνει στη θέση της ακούνητη, επειδή ακριβώς ήταν καλή στο να πολεμάει. Επίσης είχε σωθεί από επιθέσεις πουλιών, από σμήνη και σμήνη πουλιών και λευκά περιστέρια τάχα αθώα, αυτή τα ήξερε από την καλή κι από την ανάποδη. Δεν αμέλησε, τέλος, η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας μετόπης πως αυτή είχε γλιτώσει από την αρχαιολογική λαγνεία πρότερων ανδρών. Ερασιτεχνών. Είχε γλιστρήσει από το μάτι τους και είχε ξεφύγει ή μπορεί να είχαν φοβηθεί το μυτερό της ακόντιο, μην τους βρει η μοίρα του πεσμένου οπλίτη. Σε αυτό κατέληξε αυτάρεσκα. Γι’ αυτές τις νίκες της, για να την τιμωρήσουν οι επίγονοι Αθηναίοι, της άφηναν τον χρόνο να αναλογιστεί τι θα χάσει εκτός από τις δύσεις της και τον ελεύθερο αττικό ουρανό.
Τη χαμένη της δόξα, λοιπόν, θυμόταν όταν ο συντηρητής την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της. Την ενόχλησε εκ νέου θωπεύοντας το γυναικείο της κορμί που, σαν να μαρμάρωσε από φόβο, στεκόταν ακίνητο, και συνέχισε μετά, ο αναίσχυντος, χαϊδεύοντας και το άλογό της που σάστισε και ξέχασε να χλιμιντρίσει. Πεισματικά, για να αμυνθεί, η Αμαζόνα ανακάλεσε το άλλο, εκείνο το αρχαίο άγγιγμα. Και το βλέμμα του Φειδία θυμήθηκε να την καλύπτει σαν βελούδινο ριχτάρι. Ο ξένος άντρας επέστρεψε στην Αμαζόνα. Τελευταία για σήμερα και για πάντα στον Παρθενώνα. Την ξανάγγιξε απαλά. Με τρυφερότητα διέτρεξε με το χέρι του το σώμα της. Ψαχούλεψε κρυφά το στήθος της, το ένα βυζί των Αμαζόνων. Ύστερα, την φύσηξε στο πρόσωπο. Κατάμουτρα. Πλησίασε το κεφάλι του κοντά στο δικό της, στην απόσταση του φιλιού, και την φύσηξε. Η Αμαζόνα δέχτηκε την σύγχρονη ανάσα του 21ου μας αιώνα χειρότερα κι από σιχαμερή φτυσιά.
«Νικηθήκαμε, καλή μου», της ψιθύρισε ερωτικά ο άντρας, ξεχνώντας πως σε έναν ναό ψιθυρίζουμε ευλαβικά. «Είναι προαποφασισμένο τίποτα να μην μείνει όρθιο». Η Αμαζόνα ρίγησε σύγκορμη στην προφητεία της πτώσης. «Η Ιστορία λύγισε, γονατίζει σαν τον οπλίτη σου», συνέχισε αυτός. «Πέφτουν τα σύμβολα. Μήνα Μάιο, να το θυμάσαι στο Μουσείο. Παραδοσιακά, τον Μάη συμβαίνουν στους Έλληνες οι πτώσεις.» Την περίμενε ώσπου να ριγήσει ξανά. «Μαζί σου σήμερα τελείωσαν οι Αμαζονομαχίες.»
«Εγώ ήμουν μια Αμαζόνα», σκέφτηκε λυπημένη και για πρώτη φορά στα 2.500 μετρημένα χρόνια της ζωής της τα έβαλε με τον γλύπτη που την κάλεσε στην πέτρα από ένα μύθο. Που την έφερε στον Παρθενώνα από τη χώρα των Αμαζόνων χαρίζοντάς της, διόλου αδιάφορο κίνητρο, έναν πορτοκαλί ουρανό. Δεν οργίστηκε γιατί την έκανε από πέτρα, άρα αιώνια, αλλά επειδή η απαράμιλλη τέχνη του της είχε σμιλέψει μια καρδιά.
Καθώς την κατεβάζανε στο έδαφος, αυτή η καρδιά έσπασε.
Ήτανε πρωί. Αργούσε η δύση.
Κρίμα.
Από σήμερα ο Παρθενώνας δεν δέχεται ικέτες.
(Για το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012
Η τελευταία Αμαζόνα ανατρίχιασε
Τρίτη 5 Ιουνίου 2012
Σαν δυο παλιόφιλοι
http://www.bookbar.gr/h-noelle-baxer-synomilei-me-ti-thalassa-tou-vivliou-tis/display
Δεν είμαι τρελή και μιλάω με βιβλία. Η συνομιλία έχει το νόημα να δείξει ...αυτό που ισχύει. Ότι όταν γράφει κανείς ένα μυθιστόρημα, κάτι δηλαδή που έχει διάρκεια, μήνες και μήνες καθημερινή σχέση, από ένα σημείο και μετά με τους ήρωες των βιβλίων του συνεργάζεται. Οι ήρωες των βιβλίων, που γεννήθηκαν ως μια ιδέα λεπτή σαν κλωστή, αποκτούν σάρκα και οστά και ψυχή. Και νου και μνήμη.
Η συνομιλία δείχνει, επίσης, νομίζω, λίγη από την τρυφερότητά μου, αυτή τη γλυκιά επαφή (ή ανάμνηση) που έχω με το κάθε νέο μου βιβλίο. Και τον σεβασμό μου, παράλληλα, αφού το θεωρώ ισότιμο συνομιλητή. Και ίσως να φανερώνει κάπως, φοβούμαι, και την αδυναμία μου. Γιατί όταν έχει τελειώσει το βιβλίο κι έχει φύγει από μένα, στέκεται πια στα δικά του πόδια. Δεν είναι αυτοδύναμο γιατί έχει ανάγκη εσάς, όμως είναι ανεξάρτητο από μένα. Σαν δύο παλιόφιλοι, λοιπόν, πού και πού τα λέμε. Πού είναι το κακό!!
Στο παραπάνω λινκ θα βρείτε μια τέτοια συνομιλία μας. Συναντήθηκα με το "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" στον κατάλληλο χώρο του Book Bar και αμέσως το προσφώνησα όπως το έλεγα στο σπίτι: Θάλασσσα!
Παρασκευή 27 Απριλίου 2012
Συνέντευξη τι εστί η "Θάλασσα"
Η συνέντευξη που ακολουθεί πρωτοαναρτήθηκε στο blog http://akamas.wordpress.com που ασχολείται με τη λογοτεχνία. Ο Γιάννης Ρουσιάς διάβασε το "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" και κατέγραψε 7 ερωτήσεις που έκρινε πως θα ενδιαφέρουν τους αναγνώστες. Ενδιέφεραν και τον ίδιο, βέβαια.
1. Ο κύριος άξονας του βιβλίου κινείται ανάμεσα στη γιαγιά Βενέτα και στην εγγονή Βενετία. Πως βλέπεις τη σχέση αυτή και πως την έζησες γράφοντας το βιβλίο;
Κάπως κυκλική, γι’ αυτό έδωσα στις δυο ηρωίδες το ίδιο όνομα. Ένωσα τα άκρα. Οι δύο αυτές γυναίκες για διαφορετικό λόγο σε διαφορετικές εποχές έκαναν το ίδιο πράγμα: ακολούθησαν τη γραμμή της θάλασσας. Την μια έτρεψε σε φυγή ένας έρωτας, ενώ την άλλη το γκρέμισμα του νεανικού της ονείρου να γίνει αρχαιολόγος και να συνεχίσει το έργο του Ερρίκου Σλήμαν. Και τις δυο η θάλασσα τις έβγαλε εκεί που θέλω να πιστεύω πως βγάζει τους λυπημένους ανθρώπους που αποφασίζουν να την ακολουθήσουν γιατί δεν έχουν πού αλλού να στραφούν: Τις οδήγησε στο καταφύγιο της χαμένης τους δύναμης.
Από το πόσες φορές στην ίδια παράγραφο αναφέρθηκα μαζί και στις δυο ηρωίδες είναι φανερό πως ακούμπησα τη ζωή της μιας πάνω στη ζωή της άλλης. Ακούμπησα κι εγώ πάνω τους, αυτή είναι η σχέση μου μαζί τους, που με ρωτάτε. Τις ένιωσα βαθιά. Και τη Βενετία και τη Βενέτα. Η φυγή τους με τάραξε, με αναστάτωσε αφάνταστα, μα ήρθε το αποτέλεσμα της φυγής και με γαλήνεψε. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία πως, αν ποτέ βρεθώ στη θέση τους, κι εγώ θα ακολουθήσω τη γραμμή της θάλασσας!
2. Μεγάλη σημασία στο βιβλίο παίζει η θάλασσα. Τι συμβολίζει η θάλασσα στην ψυχοσύνθεση των ηρώων;
Ό,τι στον κάθε Έλληνα. Δεν έχουμε απλώς σχέση, είμαστε δεμένοι με τη θάλασσα! Η θάλασσά μας δεν είναι μία, είναι χιλιάδες. Είναι η γαλάζια, η τιρκουάζ, η κυανή στο χρώμα της σημαίας μας, η ασημένια νυχτερινή θάλασσα βαμμένη με το φως του φεγγαριού… Ακόμη, η θάλασσα η ήρεμη και η θάλασσα η φουρτουνιασμένη, η θάλασσα που τρέφει και η θάλασσα που πνίγει, η θάλασσα του παιδικού πλατσαρίσματος και η θάλασσα της ενήλικης περιπέτειας, η ελεύθερη θάλασσα των ταξιδευτών, η άλλη θάλασσα με τους ατελείωτους δρόμους και τις ανοικτές λεωφόρους της γνώσης, το σπίτι των σφουγγαριών και, στο υπόγειο, ο γοητευτικός σιωπηλός κόσμος του βυθού. Θέλετε κι άλλα;
Η θάλασσα έχει το ενδιαφέρον στοιχείο πως μπορεί να είναι καλή και κακή κι επειδή σε αυτό το βιβλίο ασχολούμαι λίγο με τον αέναο αγώνα του Καλού με το Κακό, ή αντίστροφα, η διπλή υπόσταση της θάλασσας με εξυπηρετεί.
Όπως με εξυπηρετεί πολύ και σε κάτι ακόμα, που το αντιμετώπισα στο βιβλίο αυτό ως θεμελιώδες. Επειδή είναι τόσο μεγάλη, σχεδόν απέραντη (δεν είναι αλλά αυτή την αίσθηση έχουμε όταν στεκόμαστε στην άκρη ενός βράχου στην ακτή και κοιτάμε την μπλε θάλασσα και πώς ανακατεύεται το χρώμα της με το μπλε του ουρανού στο βάθος, στον ορίζοντα) επειδή, λοιπόν, είναι τόσο πολύ μεγάλη, χωράει όλες τις ανθρώπινες ιστορίες. Και τις μικρές και τις μεσαίες και τις μεγάλες, Και τις παλιές και τις τωρινές και τις μελλοντικές. Αρχικά είχα δώσει στο μυθιστόρημα τον τίτλο «Θάλασσσα» γραμμένο με τρία σίγμα, γι’ αυτό το λόγο, για να χωράει όλες τις ιστορίες των ανθρώπων. Γίνεται σε αυτό αναφορά στο βιβλίο κάμποσες φορές, αλλά έφυγε η Θάλασσσα από τον τίτλο.
3. Η νεαρή Βενετία είναι μεγάλη θαυμάστρια του Σλήμαν και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θέλει να σπουδάσει αρχαιολογία. Πως θα μπορούσε μια σημαντική προσωπικότητα, όπως ο Σλήμαν, να σταθεί ως φάρος σήμερα για ένα νέο άνθρωπο;
Μια σημαντική προσωπικότητα μπορεί να σταθεί φάρος για έναν νέο άνθρωπο στον αιώνα των αιώνων. Όχι μόνο σήμερα που λένε πως στερούμαστε πρότυπα. Ο Ερρίκος Σλήμαν ήταν ένας άνθρωπος που ξεχωρίζει, άρα, ναι, μπορεί να λειτουργήσει ως φάρος. Ευχαρίστως θα σας πω γιατί: Είχε αναγάγει την επιθυμία της ζωής του, το προσωπικό του όνειρο ας το πούμε πιο ρομαντικά, σε ζωτική ανάγκη κι είχε απίστευτη, αξιοζήλευτη προσήλωση στον στόχο του. Άοκνα δούλεψε γι’ αυτό αλλά η επιμονή του είχε μια τρυφερότητα που συγκινεί. Όπως, επίσης, προσωπικά με συγκινεί που όταν περιγράφει στα ημερολόγιά του ένα πραγματάκι από την Τροία ή τις Μυκήνες, νιώθεις το ρίγος του. Δεν τον θεωρώ κλασικό αρχαιοκάπηλο γιατί νομίζω πως ήταν πιο πολύ ένας ιδεαλιστής. Η διορατικότητά του, η εξωφρενική ικανότητά του κάτω από έναν λόφο χώμα να βλέπει έναν θαμμένο πολιτισμό, είναι ανεπανάληπτη.
Όπως και το άλλο τον κάνει ωραιότατα, κατ’ εμέ, φάρο: Είχε το σθένος να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και να δικαιώνεται για την επιλογή του κι αυτό συνέβη ούτε μια ούτε δυο φορές. Συνέβη και τότε που ισχυριζόταν πως τα ομηρικά έπη, η μυθολογία του τρωικού πολέμου είχε μέσα της αλήθεια, και τότε που πρώτος και μόνος επέμενε πως η Τροία βρισκόταν παραδίπλα από εκεί που έλεγαν όλοι μαζί κουστωδία οι αρχαιολόγοι της εποχής του. Μπορεί να ήταν δύσκολος άνθρωπος αλλά συνήθως οι έντονες προσωπικότητες δεν είναι εύκολοι σύντροφοι για συμβίωση. Η σύζυγός του η Σοφία σίγουρα πέρασε κοντά του έντονες συγκινήσεις μα σε συντροφικό συζυγικό επίπεδο δεν νομίζω πως ευτύχησε η γυναίκα ιδιαίτερα. …Έτσι είναι οι φάροι. Οι περισσότεροι δεν είναι φωτεινοί συνέχεια.
Για την ιστορία, να θυμηθούμε πως και ο Ερρίκος Σλήμαν σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τη θάλασσα προσπαθώντας να ξεφύγει από το μπακάλικο στη Γερμανία, όπου δούλευε υπάλληλος, και από μια ζωή με χαμένα όνειρα.
4. Η Βενετία, όταν φαίνεται να χάνει το όνειρό της, ετοιμάζεται να κάνει ένα ταξίδι στη Πελοπόννησο ακολουθώντας τα ίχνη του Σλήμαν. Πέρα από ένα ταξίδι αποχαιρετισμού τι άλλο συμβολίζει αυτό το ταξίδι για την ηρωίδα;
Με το ταξίδι αυτό η Βενετία αποχαιρετάει τη μελλοντική Βενετία όπως την οραματίστηκε και πόθησε. Δεύτερο, αποχαιρετάει τον παλιό της εαυτό που καλοζούσε με ένα ωραίο όνειρο. Τρίτο, αποχαιρετάει το ίνδαλμα Ερρίκος Σλήμαν που την συντρόφεψε ως εκεί και υπήρξε περισσότερο ένας νοερός τρυφερός σύντροφος παρά ένας ξερός μέντορας. Τέταρτο, η Βενετία αποχαιρετάει λίγο τον παππού της ο οποίος το ξεκίνησε όλο αυτό με τις αφηγήσεις του για τον προπάππο του που μετέφερε την στάμνα με τον οίνο του Σλήμαν κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη το 1868, στο πρώτο του, αναγνωριστικό, ταξίδι στην Ελλάδα. Πέμπτο και σημαντικό, όπως όλα τα ταξίδια αποχαιρετισμού είναι ταυτόχρονα ένα ταξίδι καλωσορίσματος, με την έννοια ότι επέστρεψε πίσω μια νέα Βενετία. Απρόσμενα όμως, έκτο, το ταξίδι που θεωρούσε αποχαιρετισμού τής προέκυψε ένα ταξίδι-έκπληξη γιατί έμαθε πράγματα και, κυρίως, επειδή ανακάλυψε τη δύναμή της. Μπορεί να πήρε το βαλιτσάκι της και να έφυγε αλλά δεν ήταν ένα απλό ταξίδι.
5. Πριν ξεκινήσει το ταξίδι της παίρνει από τη γιαγιά της έναν σκισμένο χάρτη, σχεδιασμένο από έναν προγόνο τους, Ενετό χαρτογράφο. Τι συμβολίζει ο χάρτης και τι περιμένει η γιαγιά από την εγγονή δίνοντάς της τον χάρτη;
Ξεχωριστά από όλα τα ολοφάνερα που θα μπορούσαμε να πούμε, ο χάρτης στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» συμβολίζει την συνέχεια. Είναι ένα οπτικό και ευανάγνωστο σύμβολο. Θα μπορούσε να ήταν κάτι άπιαστο, όπως μια παλιά όμορφη ιστορία, αλλά γύρευα κάτι χειροπιαστό που να μπορώ να του προσδώσω μύθο, αίγλη και συγκίνηση. Η κίνηση «πάρε αυτό που σου δίνω» όταν πρόκειται για οικογενειακό κειμήλιο είναι ξεκάθαρη πράξη συνέχειας, είναι κληροδότημα, κάτι που γλιστράει από τη μια γενιά στην επόμενη. Καταλαβαίνετε πως όταν το κειμήλιο αυτό είναι ένας χάρτης τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σοβαρά. Σε συμβολικό επίπεδο μιλάμε για μια διαδρομή, μια πορεία με σταθμούς και σταυροδρόμια, μια αφετηρία κι έναν προορισμό. Για πολλές εναλλακτικές αφετηρίες και πολλούς εναλλακτικούς προορισμούς. Στον απλωμένο χάρτη βλέπει κανείς καθαρά το όριο της θάλασσας, τη γραμμή πού ξεκινάει ή πού τελειώνει. Ένα τέλος ή μια αρχή. Όπως το δεις. Εμπόδιο ή ελευθερία. Ακόμη, ο χάρτης μάς δείχνει την κατεύθυνση του Βορρά, τον δρόμο του Πολικού Αστέρα.
Προσφέροντας τον χάρτη του Ενετού στην εγγονή της την παραμονή του ταξιδιού της, η Βενέτα ολοκλήρωσε την παρουσία της και οπισθοχωρεί, όπως είδατε στο βιβλίο, στο υποφωτισμένο παρασκήνιο. Το έκανε με αγάπη και από αγάπη. Με τον τρόπο που άλλοι πιστεύουν ότι ένα σταυρουδάκι προσφέρει βέβαιη προστασία, η ηλικιωμένη γυναίκα πίστευε ότι ο χάρτης και ο Ενετός πρόγονος όπως έσωσαν εκείνη, έτσι θα έσωζαν και την εγγονή της. Στη νεότητά της, όταν κινδύνεψε, έζησε μια συναρπαστική εμπειρία χάρη στον προγονικό χάρτη, κι έβλεπε πως ήρθε η ώρα να επαναληφθεί η ιστορία. Είναι ο κύκλος που σας έλεγα πριν κι ότι η ζωή της μιας Βενετίας ακουμπάει στη ζωή της άλλης.
6. Στο νέο σας μυθιστόρημα είδα ότι επιστρέψατε πάλι στην Ιθάκη.
Την ξανάγγιξα και την μύρισα, δεν επέστρεψα. Καμιά μου ηρωίδα δεν πατάει την Ιθάκη. Όλες την έβλεπαν από μακριά, από την απέναντι ακτή της Κεφαλονιάς. Η θέση Καραβόμυλος γι’ αυτό επιλέχτηκε, επειδή ακριβώς είναι απέναντι από το όρος Αετός της Ιθάκης όπου, κατά τον Σλήμαν, βρισκόταν το ανάκτορο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης. Αυτό, από μόνο του, είναι ένα εξαιρετικό ξεκίνημα για μια όμορφη ιστορία κι αυτό επιχείρησα να κάνω στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας». Ήθελα οι ήρωες του μυθιστορήματος να αντικρίζουν τον Ιδανικό Προορισμό του ανθρώπου κάθε πρωί με το που άνοιγαν το παράθυρό τους.
7. Μια τελευταία ερώτηση: Η γραφή σας στη 2η ενότητα διαφέρει αισθητά. Στην ουσία πρόκειται για άλλο ύφος. Το κάνατε έτσι επειδή ολόκληρη αυτή η ενότητα αποτελεί μια αναδρομή στο παρελθόν, ένα φλας-μπακ που λέμε, ή υπάρχει κάποιος άλλος λόγος;
Ξεκίνησε από αυτό που λέτε. Ολόκληρη η 2η ενότητα μάς μεταφέρει σε προγενέστερο χρόνο και ήθελα να τη διαφοροποιήσω από το σύγχρονο του υπόλοιπου μυθιστορήματος. Έτσι ξεκίνησε αλλά δεν τελείωσε έτσι. Το περιεχόμενο της ενότητας αυτής, τόσο δηλαδή η ιστορία της Βενέτας με τη δραματική φυγή της και την ακόμη δραματικότερη αιτία της φυγής της όσο και η παραμυθένια ιστορία του Ενετού χαρτογράφου του 18ου αιώνα, μου έδωσαν την χρυσή ευκαιρία να γράψω με έναν τρόπο που λαχταρούσα καιρό να κάνω και εδώ, ως ύφος, ταίριαζε περίφημα. Αυτό το χαλαρά ψιλοσουρεαλιστικό που έχει, το πάντρεμα του φανταστικού με το ρεαλιστικό το έχουμε αγαπήσει στην λατινοαμερικάνικη πεζογραφία και ο Έλληνας αναγνώστης, θεωρώ, είναι εξοικειωμένος, πρόθυμος να το δεχτεί και να το χαρεί. Μου βγήκε αγόγγυστα, μου έκανε εντύπωση πόσο φυσιολογικά προέκυψε. Νομίζω πως με βοήθησε η ευκολία μου να κάνω συνειρμούς, η άνεση με την οποία μπορώ και πετάγομαι από εδώ εκεί βλέποντας μια συγγένεια. Στην περίπτωση αυτή, της 2ης ενότητας που αναφέρεστε, τάχα μου βλέποντας μια συγγένεια. Δεν υπάρχει πάντα φανερή σύνδεση. Το χάρηκα πολύ, το διασκέδασα αφάνταστα και έχω την αίσθηση πως στο μέλλον, όταν άμα και αφού έχω κάτι που να του ταιριάζει τόσο πολύ, θα το ξανακάνω. Μεταξύ μας είμαι βέβαιη πως θα το ξανακάνω!
Κάπως κυκλική, γι’ αυτό έδωσα στις δυο ηρωίδες το ίδιο όνομα. Ένωσα τα άκρα. Οι δύο αυτές γυναίκες για διαφορετικό λόγο σε διαφορετικές εποχές έκαναν το ίδιο πράγμα: ακολούθησαν τη γραμμή της θάλασσας. Την μια έτρεψε σε φυγή ένας έρωτας, ενώ την άλλη το γκρέμισμα του νεανικού της ονείρου να γίνει αρχαιολόγος και να συνεχίσει το έργο του Ερρίκου Σλήμαν. Και τις δυο η θάλασσα τις έβγαλε εκεί που θέλω να πιστεύω πως βγάζει τους λυπημένους ανθρώπους που αποφασίζουν να την ακολουθήσουν γιατί δεν έχουν πού αλλού να στραφούν: Τις οδήγησε στο καταφύγιο της χαμένης τους δύναμης.
Από το πόσες φορές στην ίδια παράγραφο αναφέρθηκα μαζί και στις δυο ηρωίδες είναι φανερό πως ακούμπησα τη ζωή της μιας πάνω στη ζωή της άλλης. Ακούμπησα κι εγώ πάνω τους, αυτή είναι η σχέση μου μαζί τους, που με ρωτάτε. Τις ένιωσα βαθιά. Και τη Βενετία και τη Βενέτα. Η φυγή τους με τάραξε, με αναστάτωσε αφάνταστα, μα ήρθε το αποτέλεσμα της φυγής και με γαλήνεψε. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία πως, αν ποτέ βρεθώ στη θέση τους, κι εγώ θα ακολουθήσω τη γραμμή της θάλασσας!
2. Μεγάλη σημασία στο βιβλίο παίζει η θάλασσα. Τι συμβολίζει η θάλασσα στην ψυχοσύνθεση των ηρώων;
Ό,τι στον κάθε Έλληνα. Δεν έχουμε απλώς σχέση, είμαστε δεμένοι με τη θάλασσα! Η θάλασσά μας δεν είναι μία, είναι χιλιάδες. Είναι η γαλάζια, η τιρκουάζ, η κυανή στο χρώμα της σημαίας μας, η ασημένια νυχτερινή θάλασσα βαμμένη με το φως του φεγγαριού… Ακόμη, η θάλασσα η ήρεμη και η θάλασσα η φουρτουνιασμένη, η θάλασσα που τρέφει και η θάλασσα που πνίγει, η θάλασσα του παιδικού πλατσαρίσματος και η θάλασσα της ενήλικης περιπέτειας, η ελεύθερη θάλασσα των ταξιδευτών, η άλλη θάλασσα με τους ατελείωτους δρόμους και τις ανοικτές λεωφόρους της γνώσης, το σπίτι των σφουγγαριών και, στο υπόγειο, ο γοητευτικός σιωπηλός κόσμος του βυθού. Θέλετε κι άλλα;
Η θάλασσα έχει το ενδιαφέρον στοιχείο πως μπορεί να είναι καλή και κακή κι επειδή σε αυτό το βιβλίο ασχολούμαι λίγο με τον αέναο αγώνα του Καλού με το Κακό, ή αντίστροφα, η διπλή υπόσταση της θάλασσας με εξυπηρετεί.
Όπως με εξυπηρετεί πολύ και σε κάτι ακόμα, που το αντιμετώπισα στο βιβλίο αυτό ως θεμελιώδες. Επειδή είναι τόσο μεγάλη, σχεδόν απέραντη (δεν είναι αλλά αυτή την αίσθηση έχουμε όταν στεκόμαστε στην άκρη ενός βράχου στην ακτή και κοιτάμε την μπλε θάλασσα και πώς ανακατεύεται το χρώμα της με το μπλε του ουρανού στο βάθος, στον ορίζοντα) επειδή, λοιπόν, είναι τόσο πολύ μεγάλη, χωράει όλες τις ανθρώπινες ιστορίες. Και τις μικρές και τις μεσαίες και τις μεγάλες, Και τις παλιές και τις τωρινές και τις μελλοντικές. Αρχικά είχα δώσει στο μυθιστόρημα τον τίτλο «Θάλασσσα» γραμμένο με τρία σίγμα, γι’ αυτό το λόγο, για να χωράει όλες τις ιστορίες των ανθρώπων. Γίνεται σε αυτό αναφορά στο βιβλίο κάμποσες φορές, αλλά έφυγε η Θάλασσσα από τον τίτλο.
3. Η νεαρή Βενετία είναι μεγάλη θαυμάστρια του Σλήμαν και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θέλει να σπουδάσει αρχαιολογία. Πως θα μπορούσε μια σημαντική προσωπικότητα, όπως ο Σλήμαν, να σταθεί ως φάρος σήμερα για ένα νέο άνθρωπο;
Μια σημαντική προσωπικότητα μπορεί να σταθεί φάρος για έναν νέο άνθρωπο στον αιώνα των αιώνων. Όχι μόνο σήμερα που λένε πως στερούμαστε πρότυπα. Ο Ερρίκος Σλήμαν ήταν ένας άνθρωπος που ξεχωρίζει, άρα, ναι, μπορεί να λειτουργήσει ως φάρος. Ευχαρίστως θα σας πω γιατί: Είχε αναγάγει την επιθυμία της ζωής του, το προσωπικό του όνειρο ας το πούμε πιο ρομαντικά, σε ζωτική ανάγκη κι είχε απίστευτη, αξιοζήλευτη προσήλωση στον στόχο του. Άοκνα δούλεψε γι’ αυτό αλλά η επιμονή του είχε μια τρυφερότητα που συγκινεί. Όπως, επίσης, προσωπικά με συγκινεί που όταν περιγράφει στα ημερολόγιά του ένα πραγματάκι από την Τροία ή τις Μυκήνες, νιώθεις το ρίγος του. Δεν τον θεωρώ κλασικό αρχαιοκάπηλο γιατί νομίζω πως ήταν πιο πολύ ένας ιδεαλιστής. Η διορατικότητά του, η εξωφρενική ικανότητά του κάτω από έναν λόφο χώμα να βλέπει έναν θαμμένο πολιτισμό, είναι ανεπανάληπτη.
Όπως και το άλλο τον κάνει ωραιότατα, κατ’ εμέ, φάρο: Είχε το σθένος να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και να δικαιώνεται για την επιλογή του κι αυτό συνέβη ούτε μια ούτε δυο φορές. Συνέβη και τότε που ισχυριζόταν πως τα ομηρικά έπη, η μυθολογία του τρωικού πολέμου είχε μέσα της αλήθεια, και τότε που πρώτος και μόνος επέμενε πως η Τροία βρισκόταν παραδίπλα από εκεί που έλεγαν όλοι μαζί κουστωδία οι αρχαιολόγοι της εποχής του. Μπορεί να ήταν δύσκολος άνθρωπος αλλά συνήθως οι έντονες προσωπικότητες δεν είναι εύκολοι σύντροφοι για συμβίωση. Η σύζυγός του η Σοφία σίγουρα πέρασε κοντά του έντονες συγκινήσεις μα σε συντροφικό συζυγικό επίπεδο δεν νομίζω πως ευτύχησε η γυναίκα ιδιαίτερα. …Έτσι είναι οι φάροι. Οι περισσότεροι δεν είναι φωτεινοί συνέχεια.
Για την ιστορία, να θυμηθούμε πως και ο Ερρίκος Σλήμαν σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τη θάλασσα προσπαθώντας να ξεφύγει από το μπακάλικο στη Γερμανία, όπου δούλευε υπάλληλος, και από μια ζωή με χαμένα όνειρα.
4. Η Βενετία, όταν φαίνεται να χάνει το όνειρό της, ετοιμάζεται να κάνει ένα ταξίδι στη Πελοπόννησο ακολουθώντας τα ίχνη του Σλήμαν. Πέρα από ένα ταξίδι αποχαιρετισμού τι άλλο συμβολίζει αυτό το ταξίδι για την ηρωίδα;
Με το ταξίδι αυτό η Βενετία αποχαιρετάει τη μελλοντική Βενετία όπως την οραματίστηκε και πόθησε. Δεύτερο, αποχαιρετάει τον παλιό της εαυτό που καλοζούσε με ένα ωραίο όνειρο. Τρίτο, αποχαιρετάει το ίνδαλμα Ερρίκος Σλήμαν που την συντρόφεψε ως εκεί και υπήρξε περισσότερο ένας νοερός τρυφερός σύντροφος παρά ένας ξερός μέντορας. Τέταρτο, η Βενετία αποχαιρετάει λίγο τον παππού της ο οποίος το ξεκίνησε όλο αυτό με τις αφηγήσεις του για τον προπάππο του που μετέφερε την στάμνα με τον οίνο του Σλήμαν κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη το 1868, στο πρώτο του, αναγνωριστικό, ταξίδι στην Ελλάδα. Πέμπτο και σημαντικό, όπως όλα τα ταξίδια αποχαιρετισμού είναι ταυτόχρονα ένα ταξίδι καλωσορίσματος, με την έννοια ότι επέστρεψε πίσω μια νέα Βενετία. Απρόσμενα όμως, έκτο, το ταξίδι που θεωρούσε αποχαιρετισμού τής προέκυψε ένα ταξίδι-έκπληξη γιατί έμαθε πράγματα και, κυρίως, επειδή ανακάλυψε τη δύναμή της. Μπορεί να πήρε το βαλιτσάκι της και να έφυγε αλλά δεν ήταν ένα απλό ταξίδι.
5. Πριν ξεκινήσει το ταξίδι της παίρνει από τη γιαγιά της έναν σκισμένο χάρτη, σχεδιασμένο από έναν προγόνο τους, Ενετό χαρτογράφο. Τι συμβολίζει ο χάρτης και τι περιμένει η γιαγιά από την εγγονή δίνοντάς της τον χάρτη;
Ξεχωριστά από όλα τα ολοφάνερα που θα μπορούσαμε να πούμε, ο χάρτης στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» συμβολίζει την συνέχεια. Είναι ένα οπτικό και ευανάγνωστο σύμβολο. Θα μπορούσε να ήταν κάτι άπιαστο, όπως μια παλιά όμορφη ιστορία, αλλά γύρευα κάτι χειροπιαστό που να μπορώ να του προσδώσω μύθο, αίγλη και συγκίνηση. Η κίνηση «πάρε αυτό που σου δίνω» όταν πρόκειται για οικογενειακό κειμήλιο είναι ξεκάθαρη πράξη συνέχειας, είναι κληροδότημα, κάτι που γλιστράει από τη μια γενιά στην επόμενη. Καταλαβαίνετε πως όταν το κειμήλιο αυτό είναι ένας χάρτης τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σοβαρά. Σε συμβολικό επίπεδο μιλάμε για μια διαδρομή, μια πορεία με σταθμούς και σταυροδρόμια, μια αφετηρία κι έναν προορισμό. Για πολλές εναλλακτικές αφετηρίες και πολλούς εναλλακτικούς προορισμούς. Στον απλωμένο χάρτη βλέπει κανείς καθαρά το όριο της θάλασσας, τη γραμμή πού ξεκινάει ή πού τελειώνει. Ένα τέλος ή μια αρχή. Όπως το δεις. Εμπόδιο ή ελευθερία. Ακόμη, ο χάρτης μάς δείχνει την κατεύθυνση του Βορρά, τον δρόμο του Πολικού Αστέρα.
Προσφέροντας τον χάρτη του Ενετού στην εγγονή της την παραμονή του ταξιδιού της, η Βενέτα ολοκλήρωσε την παρουσία της και οπισθοχωρεί, όπως είδατε στο βιβλίο, στο υποφωτισμένο παρασκήνιο. Το έκανε με αγάπη και από αγάπη. Με τον τρόπο που άλλοι πιστεύουν ότι ένα σταυρουδάκι προσφέρει βέβαιη προστασία, η ηλικιωμένη γυναίκα πίστευε ότι ο χάρτης και ο Ενετός πρόγονος όπως έσωσαν εκείνη, έτσι θα έσωζαν και την εγγονή της. Στη νεότητά της, όταν κινδύνεψε, έζησε μια συναρπαστική εμπειρία χάρη στον προγονικό χάρτη, κι έβλεπε πως ήρθε η ώρα να επαναληφθεί η ιστορία. Είναι ο κύκλος που σας έλεγα πριν κι ότι η ζωή της μιας Βενετίας ακουμπάει στη ζωή της άλλης.
6. Στο νέο σας μυθιστόρημα είδα ότι επιστρέψατε πάλι στην Ιθάκη.
Την ξανάγγιξα και την μύρισα, δεν επέστρεψα. Καμιά μου ηρωίδα δεν πατάει την Ιθάκη. Όλες την έβλεπαν από μακριά, από την απέναντι ακτή της Κεφαλονιάς. Η θέση Καραβόμυλος γι’ αυτό επιλέχτηκε, επειδή ακριβώς είναι απέναντι από το όρος Αετός της Ιθάκης όπου, κατά τον Σλήμαν, βρισκόταν το ανάκτορο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης. Αυτό, από μόνο του, είναι ένα εξαιρετικό ξεκίνημα για μια όμορφη ιστορία κι αυτό επιχείρησα να κάνω στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας». Ήθελα οι ήρωες του μυθιστορήματος να αντικρίζουν τον Ιδανικό Προορισμό του ανθρώπου κάθε πρωί με το που άνοιγαν το παράθυρό τους.
7. Μια τελευταία ερώτηση: Η γραφή σας στη 2η ενότητα διαφέρει αισθητά. Στην ουσία πρόκειται για άλλο ύφος. Το κάνατε έτσι επειδή ολόκληρη αυτή η ενότητα αποτελεί μια αναδρομή στο παρελθόν, ένα φλας-μπακ που λέμε, ή υπάρχει κάποιος άλλος λόγος;
Ξεκίνησε από αυτό που λέτε. Ολόκληρη η 2η ενότητα μάς μεταφέρει σε προγενέστερο χρόνο και ήθελα να τη διαφοροποιήσω από το σύγχρονο του υπόλοιπου μυθιστορήματος. Έτσι ξεκίνησε αλλά δεν τελείωσε έτσι. Το περιεχόμενο της ενότητας αυτής, τόσο δηλαδή η ιστορία της Βενέτας με τη δραματική φυγή της και την ακόμη δραματικότερη αιτία της φυγής της όσο και η παραμυθένια ιστορία του Ενετού χαρτογράφου του 18ου αιώνα, μου έδωσαν την χρυσή ευκαιρία να γράψω με έναν τρόπο που λαχταρούσα καιρό να κάνω και εδώ, ως ύφος, ταίριαζε περίφημα. Αυτό το χαλαρά ψιλοσουρεαλιστικό που έχει, το πάντρεμα του φανταστικού με το ρεαλιστικό το έχουμε αγαπήσει στην λατινοαμερικάνικη πεζογραφία και ο Έλληνας αναγνώστης, θεωρώ, είναι εξοικειωμένος, πρόθυμος να το δεχτεί και να το χαρεί. Μου βγήκε αγόγγυστα, μου έκανε εντύπωση πόσο φυσιολογικά προέκυψε. Νομίζω πως με βοήθησε η ευκολία μου να κάνω συνειρμούς, η άνεση με την οποία μπορώ και πετάγομαι από εδώ εκεί βλέποντας μια συγγένεια. Στην περίπτωση αυτή, της 2ης ενότητας που αναφέρεστε, τάχα μου βλέποντας μια συγγένεια. Δεν υπάρχει πάντα φανερή σύνδεση. Το χάρηκα πολύ, το διασκέδασα αφάνταστα και έχω την αίσθηση πως στο μέλλον, όταν άμα και αφού έχω κάτι που να του ταιριάζει τόσο πολύ, θα το ξανακάνω. Μεταξύ μας είμαι βέβαιη πως θα το ξανακάνω!
Τετάρτη 25 Απριλίου 2012
Μια φίλη μού ζήτησε να αναρτήσω ένα απόσπασμα από το "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" και μια άλλη να της θυμίσω τη περίφημη φωτογραφία της Σοφίας Σλήμαν με τα κοσμήματα που ανακάλυψε ο Ερρίκος Σλήμαν στην Τροία, γνωστά ως Θησαυρός του Πριάμου. Θυμάται τη φωτογραφία, λέει, αλλά αμυδρά. Αχνά. Σκέφτηκα, λοιπόν, να τα παντρέψω. Αναρτώ την φωτογραφία της Σοφίας κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο που έχει σχέση με τα κοσμήματα αυτά. Ακολουθεί το απόσπασμα. Σελ. 163. Εδώ, χωρίς παραγράφους. Εσταζε νερά. Άφηνε κηλίδες νερού στο πέρασμά της. Μπήκε βιαστική στο δωμάτιό της τυλιγμένη με μια πετσέτα τη στιγμή που κάποιος στο ραδιόφωνο αφιέρωνε ένα γλυκανάλατο τραγούδι σε κάποιο κορίτσι. Δεν ήθελε η Βενετία να το ακούσει. Κλείδωσε την πόρτα κι άφησε την πετσέτα να πέσει στο πάτωμα, ύστερα έκλεισε το ραδιόφωνο και άρχισε να ντύνεται μέσα στη σιωπή. Έτσι ήταν καλύτερα. Ακουγόταν μόνο το θρόισμα του ρούχου και στο βάθος, πέρα στη θάλασσα, ο βόμβος της μηχανής μιας βάρκας που ξεμάκραινε. «Πάει Ιθάκη;» αναρωτήθηκε. Ντύθηκε χωρίς να σκέφτεται Ιθάκες. Το μυαλό της ήταν στον Σίμο και στο ταξίδι της στην Πελοπόννησο. Στο ταξίδι της με τον Σλήμαν στην Πελοπόννησο. Στέγνωσε τα μαλλιά της βιαστικά και επιθεώρησε τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Ικανοποιήθηκε. Το μακρύ λευκό φόρεμα ήταν ό,τι έπρεπε για απόψε. «Λίγο νύφη, λίγο φάντασμα…» Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με τον εαυτό της. Φαινόταν παράξενα γαλήνια απόψε, το έβλεπε στο πρόσωπό της· η γαλήνη στα πρόσωπα βγαίνει με γλυκύτητα. Το είδε η Βενετία και σαν οιωνό, η βραδιά που είχαν μπροστά τους με τον Σίμο ότι θα ήταν γλυκιά. Ευχαριστήθηκε, γιατί περίμενε ότι θα ήταν μόνο μια βαριά νύχτα και τίποτε άλλο. Μάζεψε πίσω τα μαλλιά της, να επιδείξει όση περισσότερη γλύκα μπορούσε. Πλησίασε το παράθυρό της και κοίταξε έξω. Μπροστά της ο όρμος τους, η κατσαρόλα, και πιο πέρα το καπάκι, το νησί της Ιθάκης. Ένα ιστιοφόρο διέσχιζε τον όρμο τόσο αργά, που σχεδόν έστεκε πάνω στο νερό ακίνητο. «Για δες! Τι παράξενο! Η θάλασσα έκατσε ακίνητη για να τη διασχίσει», σκέφτηκε. Ήταν βέβαιη ότι θα την περπατούσε το καράβι χωρίς να τη χαράξει, δε θα έμενε το χνάρι του πάνω στη λεία επιδερμίδα της θάλασσας. Το λευκό πανί του ιστιοφόρου, λευκό όσο το φόρεμά της, σαν βέλος έδειχνε προς μια κατεύθυνση. Μπροστά. Έδειχνε σε μια κοπέλα ενδεδυμένη με ιστίο, σε κάποιο παράθυρο στη στεριά, την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει. Η Βενετία άπλωσε το χέρι της κι έκλεισε τα παντζούρια κουφωτά. Έφτιαξε ένα δωμάτιο σε ημίφως. Ένα ιερό που πάνω του έπεφταν βαριές οι σκιές. Γυναικείας θεότητας άβατο. Μιας θεάς που την τραβάει το σκοτάδι. Μελαγχολική ή οργισμένη, πάντως ακόμη γλυκιά, αφού δεν είχε απολέσει τη γλυκύτητα της ήβης. Η Βενετία άνοιξε το κλειδωμένο κουτί από πολύτιμο ξύλο τριανταφυλλιάς. Μέσα είχε φυλαγμένα τα κοσμήματα από την Τροία, τα ωραιότερα από το θησαυρό του Πριάμου. Ψεύτικα, πλαστά, κάλπικα, τι σημασία είχε! Θαμπός στο ημίφως έδειχνε ο φτηνός χρυσός, μα τα μάτια της έλαμψαν από τη δική της φλόγα και τα είδε πολύτιμα. Η ιέρεια έβαλε το χέρι της στο κουτί, τα έκλεισε όλα μαζί στη χούφτα της και τα έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Τα κοσμήματα έλαμψαν από τη φλόγα της κοπέλας κι έδειξαν αληθινά. Λαμπερά σαν τα τρωικά χρυσά κοσμήματα, ενώτια και διαδήματα και πόρπες, για τα οποία διηγούνταν ο Ερρίκος Σλήμαν ότι η γυναίκα του η Σοφία τα τύλιξε στη φούστα της όπως ένα νεογέννητο, όταν εκείνος τα έβγαλε από τη γη. Δύο αιώνες πριν, τότε που ξεγέννησε με τα χέρια του τη γη από το θησαυρό της. Την ήξερε καλά αυτή την ιστορία η Βενετία κι ας μην ήταν παρούσα τότε στην Τροία. Εξάλλου, ούτε η Σοφία ήταν παρούσα τότε στην Τροία. Κι ας έλεγε ο Σλήμαν. «Ούτε η Σοφία σου ήταν δίπλα σου, Ερρίκο», είπε η ιέρεια με ανθρώπινη κακία. Η Βενετία άρχισε να στολίζεται με τα κοσμήματα. Να τα φοράει όπως η Σοφία Σλήμαν στην περίφημη φωτογραφία της με το θησαυρό του Πριάμου που έκανε το γύρο του κόσμου κι ακόμη τον κάνει. Χτένισε τα μαλλιά της να μοιάζουν όπως εκείνης στη φωτογραφία κι έβαλε στο κεφάλι της το ίδιο διάδημα με προσοχή. Τελευταία άφησε τα ενώτια. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη ξανά. Ένα περήφανο κατάρτι με λευκό πανί που δε χάλασε από τα χρόνια, από πολλών αιώνων αέρηδες, στεκόταν σε μιαν ακίνητη σκοτεινή θάλασσα, στο ημίφως που φώτιζε αμυδρά ένας κουφωτός, μισοσβησμένος ήλιος. Ολόγυρα στη Βενετία, πάνω της και δίπλα της, νιφάδες σκόνης αιωρούνταν κι έπεφταν στο έδαφος ηρωικά χορεύοντας, στάχτες από ξεχασμένους ήρωες κι από καύσεις νεκρών που σβήστηκαν με ποταμίσιο νερό από τον ποταμό της Τροίας κι έκτοτε ο αέρας τις μεταφέρει από δω κι από κει σαν γύρη του χρόνου που σπέρνει ζωή. Ως τα σήμερα, ξανά και ξανά κάνουν το γύρο της γης. Περιηγούνται στον σύγχρονο κόσμο με τους ουρανοξύστες και τα αεριωθούμενα, ενθύμια τελετών που έληξαν. Από το παράθυρο το αεράκι τις έφερε ως το δωμάτιο του κοριτσιού, το ραντεβού ήταν για απόψε. Όσο στολιζόταν, μια πνοή, σαν δειλό συγκρατημένο χάδι, ερχόταν και ξαναερχόταν από τη μεριά της Ιθάκης, λες και κάποιος που στεκόταν στο όρος του Αετού, ίσως όρθιος στην ταράτσα του ανακτόρου που δε βρήκε εκεί ο Σλήμαν κι ίσως να μην υπήρχε –η Βενετία δε θα γινόταν αρχαιολόγος για να το μάθει– να φυσούσε προς το μέρος της μαλακά, για να σπρώξει κι όχι να σβήσει, και να τις έστειλε μέχρι σ’ αυτήν. Τούτη ήταν η συμφωνία. Η Βενετία σταμάτησε το στολισμό της μόνον όταν έβαλε το χέρι της στο κουτί και δε βρήκε άλλο κόσμημα μέσα. Έβγαλε το χέρι της, το έφερε στη μύτη και το μύρισε. Ύστερα το έγλειψε ερωτικά κοιτώντας στον καθρέφτη με το μελαγχολικό βλέμμα της Σοφίας Σλήμαν. Τα φίδια της η θεά τα φύλαγε αλλού.
Σάββατο 31 Μαρτίου 2012
Μια κουβέντα με τη "Θάλασσα"
Κοιταχτήκαμε με το πρώτο αντίτυπο. Το κρατούσα στα χέρια μου. Μόλις είχα παραλάβει από τον εκδοτικό οίκο την «Θάλασσα». Έτσι λέω χαϊδευτικά, στο σπίτι, το Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας. «Πώς ένα τόσο όμορφο βιβλίο βγήκε με τέτοια γλώσσα;», απόρησα εγώ η ίδια που το έγραψα! Σκέφτηκα, λίγο κάπως βεβαιώθηκα, πως ήταν ένα βιβλίο με προσωπικότητα και βαθιά μέσα μου χάρηκα. Έξω, στην επιφάνεια, αναστέναξα με τον θεατρικό τρόπο της Ρέας στο βιβλίο.
Η «Θάλασσα» το πρόσεξε και γέλασε.
«Πρόσεξε καλά», το απείλησα, «γιατί η Δευτέρα δεν ήρθε ακόμα! Ξέρεις πολύ καλά πως αν τα 7.000 αντίτυπα που περιμένουν έτοιμα στις αποθήκες δεν μοιραστούν στα βιβλιοπωλεία, δεν θα φτάσεις στα χέρια των αναγνωστών σου και δεν θα αποκτήσεις φίλους. Μόνο σου θα μείνεις! Σαν καλαμιά στον κάμπο! Να μην με λένε Νοέλ!»
«Αχά!», είπε το βιβλίο και ανακάθισε (!). «Κάτσε μια στιγμή να τα μετρήσω: Μοναξιά, απειλή, αντιπαράθεση, ανεκπλήρωτη επιθυμία, χιουμοράκι. Συμπεριφέρεσαι όπως οι ήρωές σου, το ξέρεις;»
Δάγκασα τη γλώσσα μου. Όπως η Βενετία, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου.
«Όλα αυτά μου είναι γνωστά», συνέχισε ατάραχο, απαθές σαν τον Αποστόλη, τον άντρα της Ρέας. «Ξεχνάς σε ποιον μιλάς; Στο βιβλίο σου! Εγώ ξέρω έως και τι θα γίνει στο τέλος που δεν το λες πουθενά και σε κανέναν.» Γέλασε σχεδόν με αναίδεια. Μια κλίμακα, ένα σκαλάκι παρακάτω από ατόφια αναίδεια. «Ξέρω ‘γω το τέλος, ξέρω ‘γω το τέλος», κορόιδεψε τραγουδιστά.
Δεν του απάντησα. Μόνο αναστέναξα ξανά, τούτη τη φορά όπως η Μπέμπα, μια άλλη ηρωίδα της «Θάλασσας», αυτή που έχει παραδώσει τα όπλα κι αρνείται να το παλέψει έστω λιγάκι.
«Σε λίγο», επανήλθε το βιβλίο δριμύτερο, «να δεις που θα μου αναφέρεις τον Ερρίκο Σλήμαν και τη γυναίκα του! Θα αρχίσεις να μιλάς για αγάπη και την «αγάπη κατά καθήκον» της Σοφίας Σλήμαν. Κόβω το κεφάλι μου!»
Πόσο καλά με ήξερε!
«Τόσο πια πολύ δεν έφυγες από μένα! Για κοίτα παρακάτω την προηγούμενη ανάρτησή σου κι αυτά που έγραφες, πως αναρωτιόσουν πότε τελειώνει ένα βιβλίο; Τι λες τώρα;»
«Βρε χαζό,», μαλάκωσα, «εσένα θα σε πάω και στο Φέισμπουκ! Τώρα έχουμε Φέισμπουκ! Ξεχνάς;»
Το βιβλίο έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και με κοίταξε με πλάγιο βλέμμα.
«Τι με κοιτάς έτσι;» ρώτησα.
«Σκέφτομαι! …Αναρωτιέμαι με ποια ηρωίδα μου μοιάζεις περισσότερο. Με την Ρέα, με τη Βενετία ή με την γιαγιά της τη Βενέτα; Μήπως με τη Μπέμπα ή μήπως, Θεούλη μου, μοιάζεις στην Ζαμπία; Σαν τον μίμο κοπιάρεις τις ομιλίες τους και με μπερδεύεις!»
«Έλα, αγάπη μου. Κάτσε λίγο φρόνιμο. Κάνε υπομονή. Τη Δευτέρα θα βγεις!»
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Πότε τελειώνει ένα βιβλίο;
Νόμιζα ότι ένα βιβλίο τελειώνει για τον συγγραφέα όταν γράφει με μεγάλα, χοντρά γράμματα τη λέξη «ΤΕΛΟΣ» στην τελευταία σελίδα. Έτσι έβλεπα να κάνουν στις κινηματογραφικές ταινίες και μου άρεσε: ο πρωταγωνιστής συγγραφέας πληκτρολογούσε τη λέξη ΤΕΛΟΣ, ύστερα χαμογελούσε πλατιά, έβαζε τα χέρια πίσω στο σβέρκο και ξάπλωνε αναπαυτικά στην καρέκλα.
Στην πράξη έμαθα ότι με αυτό το τέλος δεν τελειώνει ένα βιβλίο. Μπορεί να είναι μια ταιριαστή κατάληξη για μια μυθοπλασία όπου ψεύτικοι άνθρωποι παίζουν τη ζωή, αλλά είναι ψέμα πως σταματάει εκεί ένα βιβλίο. Ακολουθούν χτενίσματα, ενδεχομένως κοψίματα, μετακινήσεις παραγράφων, σιάξιμο, τακτοποίημα, μια φασίνα με μεγάλες φούριες που φαίνεται ατέλειωτη … μέχρι που ξαναφτάνει ο συγγραφέας στη λέξη ΤΕΛΟΣ. Είναι ίσως η μόνη λέξη που την αφήνει εκεί που βρίσκεται αφού δεν επιδέχεται βελτίωση και η αναθεώρησή της θα άρει την σημασία της, μιας και τότε δεν θα είναι τέλος.
Πρόκειται όμως για ένα Νέο ΤΕΛΟΣ γιατί είχε δοθεί στο προγενέστερο κείμενο, στο πρώτο χειρόγραφο. Αφορούσε επομένως ένα άλλο κείμενο αφού δεν είναι ολόιδιο με τούτο. Κάθε αναθεώρηση καταλήγει σε ένα νέο τέλος αποδεικνύοντας πως το τέλος του βιβλίου ήταν προσωρινό κι άρα χαράς το τέλος! Σύρεται το ΤΕΛΟΣ από χέρι σε χέρι, από μάτι σε μάτι σε όλες τις επόμενες φάσεις προετοιμασίας του νέου βιβλίου, κυλάει ανέπαφο και ακλυδώνιστο, περήφανο και μαρμαρωμένο, φτάνοντας έτσι ως την τελευταία αναθεώρηση, την επίσημη.
Την τελειωτική.
Η λέξη ΤΕΛΟΣ τής ταιριάζει καλύτερα.
Και ίσως εκεί να φαίνεται πως τελειώνει ένα βιβλίο, αλλά όχι, ακολουθούν κι άλλες ευκαιρίες καλές για τέλος, όπως, για παράδειγμα, όταν εκδότης και συγγραφέας συνυπογράφουν την επικείμενη έκδοση. Στο τέλος της ουρίτσας της υπογραφής, στο λίκνισμα του μελανιού για ομορφιά, εκεί ο συγγραφέας βλέπει να λαμποκοπάει ή αχνοφέγγει ένα happy end.
Μέχρι να φτιαχτεί το βιβλίο ποικίλες στιγμές τέλους έρχονται επάλληλα σαν βαγονέτα, με κορυφαία την στιγμή που παίρνει στα χέρια του ο συγγραφέας το πρώτο τυπωμένο αντίτυπο ως βρέφος. «Τώρα τελείωσε! Σε αυτό!», δηλώνει συγκινημένος και άλλο τόσο βέβαιος. Και ολωσδιόλου λάθος, γιατί είναι ολοκαίνουργιο, πώς τελείωσε αφού δεν έχει ακόμα ξεκινήσει!
Πράγματι, από την επόμενη κιόλας μέρα διαψεύδεται. Το χθεσινό του βρέφος έχει γίνει ένα όχημα που μεταφέρει σε αναγνώστες εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα, αύρα εποχών, γνώσεις, ιστορικά γεγονότα, αισθήματα ζουμερά, άλλα στεγνά, κάποια άλλα καυτά, τέλος πάντων, μην τα καταμετρήσουμε όλα, από όλη την ανθρώπινη παλέτα μπογιατισμένα αισθήματα. Με τη βοήθεια των αναγνωστών κατανοεί ο συγγραφέας πως ένα βιβλίο δεν μπορεί να τελειώσει χωρίς τον αναγνώστη. Ότι χρειάζεται «το πόδι του αναγνώστη», του καθένα ξέχωρα, για να σηκωθεί και να σταθεί όρθιο το βιβλίο του που λάθος είχε νομίσει πως τέλειωσε.
Στο στάδιο που υπεισέρχονται οι αναγνώστες, το ΤΕΛΟΣ αποδεικνύεται πια αδύνατο. Είναι ολοφάνερο πως δεν υπάρχει ένα τέλος αφού, δυνητικά, δεν τελειώνουν οι αναγνώστες. Τα λυγισμένα ράφια στις παλιές ξύλινες βιβλιοθήκες κουβαλούν διαβασμένα βιβλία σε επόμενους και μεθεπόμενους αναγνώστες. Ουκ έστιν αριθμός!
Ούτε όμως, αν πάρουμε τον κάθε αναγνώστη ξέχωρα, τελειώνει ποτέ ένα βιβλίο. Ο μεμονωμένος αναγνώστης σαν φτάνει κι αυτός στη λέξη ΤΕΛΟΣ και τη διαβάζει ανακουφισμένος ή λυπημένος, λαθεμένα πιστεύει κι αυτός πως το βιβλίο τελείωσε. Στην πραγματικότητα μόλις άρχισε. Οι ήρωες σελίδα-σελίδα μεταφέρθηκαν από το χαρτί στην ψυχή και στη μνήμη του αναγνώστη κι έγιναν χτήμα του. Κουβαλάει την ιστορία του βιβλίου μαζί με τις ιστορίες τις δικές του και όσες άκουσε από διερχόμενους διαβάτες και περαστικές αγάπες στην μακριά πορεία της ζωής του.
Ένα βιβλίο ποτέ δεν τελειώνει! Εκεί καταλήγει αυτό το κείμενο και μένει στη μέση. Θέλω να γράψω ΤΕΛΟΣ και να το τελειώσω εκεί, σε αυτό το σημείο της παραδοχής της ματαιότητας, και να καθίσω κι εγώ αναπαυτικότερα στην καρέκλα μου. Όμως δεν είμαι μια συγγραφέας σε ταινία. Φυλλομετράω τις 330 χειρόγραφες σελίδες του καινούργιου μου μυθιστορήματος που του έδωσα τον τίτλο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας», χορτάτη και ελαφρά ταλαιπωρημένη από το να την ακολουθώ τόσο καιρό, νιώθοντας στην άκρη των δακτύλων μου το χαρακτηριστικό γαργάλημα που μου λέει να συνεχίσω, ότι δεν τελείωσα, χρειάζεται μια λεξούλα ακόμα. Με μεγάλα, χοντρά γράμματα να γράψω τη λέξη ΤΕΛΟΣ.
Δεν την γράφω. Σηκώθηκα από την καρέκλα που στις ταινίες θα έφερνα σβούρα πανηγυρίζοντας.
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
Μπαμπουσκίτσα (Έτσι μικρές μάς φτιάχνουν σήμερα)
«Αχά!», είπα και άνοιξα την μεγάλη μπαμπούσκα κι έβγαλα από μέσα την μικρότερη. Ξεβίδωσα κι αυτή κι έβγαλα από μέσα της την ακόμα μικρότερη. Κι από αυτή την κι άλλο μικρότερη. Και στην συνέχεια, μέσα από αυτή, έβγαλα την τελευταία. Την τοσοδούλικη που δεν μικραίνει άλλο! Έστησα τις μπαμπούσκες πλάι-πλάι παραταγμένες στην σειρά καθ’ ύψος και είδα πώς ήμουν και πώς έγινα!!
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»
Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι’ αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.
Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.
Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.
Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!
Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα… ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, …πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.
Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)
Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό.
(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»
Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι’ αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.
Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.
Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.
Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!
Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα… ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, …πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.
Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)
Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό.
(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
