Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Ένα πλοίο της δραχμής τι με έμαθε... (Με αφορμή μια βιβλιοπαρουσίαση)


Όταν ήμουν μικρή και πηγαίναμε στη θάλασσα στην Καβάλα, μου άρεσε να κάθομαι στην άμμο και να παρατηρώ τον μεγαλύτερο αδελφό μου τι έκανε με το πλοίο του. Ήταν ένα πλαστικό παιδικό πλοιαράκι με επίπεδη καρίνα και χωρίς κατάρτι, τίποτα ιδιαίτερο αν εξαιρέσει κανείς ότι είχε πολλά χρώματα η πλαστικούρα του. Δεν ήταν και κανένα σπουδαίο πλοίο δηλαδή. Αλλά ήταν αγορίστικο, ήταν μεγαλίστικο, ήταν του αδελφού μου, ήταν απαγορευμένο σε μένα αφού δεν ήταν δικό μου παιχνίδι, ήταν επομένως ποθητό!
Καθόμουν, λοιπόν, στην άκρη και με ενδιαφέρον παρακολουθούσα τον αδελφό μου που έσπρωχνε το πλοίο του μαλακά για να μην σηκώσει κυματάκι και μπάσει νερά και βυθιστεί. Τον έβλεπα επίσης πώς το παρακολουθούσε κι αυτός να φεύγει στο νερό και η κίνηση της θάλασσας να το ταξιδεύει προς την παραλία έξω ...όπου βρισκόμουν εγώ, πανέτοιμη να βάλω το χεράκι μου στο παιχνίδι του αδελφού μου. Πεταγόμουν να το πιάσω πριν το αναποδογυρίσει το τελευταίο κύμα, να το σώσω! Να του το σώσω για να καταλάβει ότι είμαι σημαντική βοηθός κι επιτέλους να με παίξει κι εμένα. Έτρεχα, λοιπόν, και με μεγάλη προθυμία το ξαναέσπρωχνα μέσα προς τον αδελφό μου ...με ολέθρια αποτελέσματα. Ίσως τότε να πρωτοέμαθα πως είναι δύσκολο, και επικίνδυνο, να πηγαίνεις κόντρα στο κύμα...

Δυο παιδιά ήμασταν που μας μάθαινε ένα πλοίο της δραχμής τη μαγεία του ταξιδιού στη θάλασσα. Και τους κινδύνους. Μεγαλώνοντας εμείς, τα παιχνίδια τούτα με το νερό μεγάλωσαν κι αυτά. Εξελίχθηκαν. Έγιναν φλούδες από πεύκα που τις δουλεύαμε με το σουγιαδάκι και τις μετατρέπαμε σε σκάφη. Σε κάποια κιόλας βάζαμε ιστία με πανάκια. Γενικά, ό,τι επέπλεε, μας έκανε. Η μάσκα για τη θάλασσα, να ξέρετε, επιπλέει ωραιότατα, είναι ασφαλέστατο καράβι. Ένα πέταλο από τριαντάφυλλο επίσης επιπλέει για κάμποση ώρα κι ας του βάλεις ένα κοχύλι επιβάτη. Το καλύτερο πλωτό μέσον, όμως, είναι τα «καπάκια» από τα βελανίδια. Αβύθιστα ακόμα και σε τρικυμία. Παραμένουν το αγαπημένο μου από τότε που ήμουν παιδί.

Από την χρόνια πρακτική εξάσκηση ναυπηγικής και ναυσιπλοΐας (πρέπει να σας πω ότι ποτέ δεν υπήρξα καλή εκπαιδευόμενη σε αντίθεση με τον αδελφό μου και τα άλλα παιδιά που έγιναν εξπέρ) κράτησα μία εικόνα: την εικόνα της θάλασσας με το πάσο της να μεταφέρει κάτι που της ακουμπάς μαλακά, σου το δείχνει πως δεν χρειάζεται βία. Το ότι αυτό πηγαίνει όπου η θάλασσα το πάει χωρίς αντίδραση, χωρίς τσαγανό, χωρίς πείσμα μού προξενούσε και συνεχίζει να μου προξενεί μεγάλη εντύπωση. Φέρνω «πάνω» την εικόνα του παιδικού πλοίου του αδελφού μου σαν ένα χρήσιμο μάθημα όποτε με αντίδραση, με τσαγανό και με πείσμα μού βγαίνει να εναντιώνομαι να αφήσω να με πάνε...

Αυτές οι σκέψεις μού ήρθαν χθες όσο καθόμουν σιωπηλή κι άπραγη κατά την παρουσίαση του Επισκέπτη του Ονείρου της Ελένης Κ. Τσαμαδού, αφού είπα αυτά που είχα να πω. Η ευχή που άκουσα ...θαρρώ εκατοντάδες φορές χθες, να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο, μου έφερε στο μυαλό την μελωμένη εικόνα του παιδικού πλοίου του αδελφού μου. Με τον μαγικό τρόπο που συμβαίνει, βρέθηκα πίσω ξανά στην θάλασσα με τον αδελφό μου και άλλους παιδικούς φίλους, όλα μας με μωβ χείλια ξεπαγιασμένα τόσην ώρα μέσα στο νερό, να παρακολουθούμε το πλοίο μας να το πηγαίνει η θάλασσα μακριά μας. Πολύς ο κόσμος χθες στον Ιανό. Όλοι μαζί παρακολουθήσαμε το νέο «πλοίο» της Έλεν να ξεκινάει το ταξίδι του, για καλή του τύχη, σε μια θάλασσα «λάδι». Με μία πνοή κινήθηκε το πλοίο, δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινο χέρι.

Από χθες, λοιπόν, πλέει το βιβλίο μακριά, πέρα από την Έλεν. Ταξιδεύει στο αναγνωστικό κοινό που σαν τη θάλασσα είναι απέραντο. Πολύ περισσότερο από «όσο φθάνει το μάτι κι ακόμα παραπέρα». Κάθε καινούργιος αναγνώστης του Επισκέπτη του Ονείρου σαν νέο κύμα ωθεί το βιβλίο λίγο πιο πέρα, ακόμα περισσότερο «στα ανοιχτά». Από εδώ, από την τότε αμμουδιά της Καβάλας, απ’ όπου δεν ξέρω αν έφυγα ποτέ, εύχομαι στη φίλη μου το «πλοίο» της να είναι καλοτάξιδο και πολυτάξιδο. Να της επιστρέψει σοφό φέρνοντάς της φιλιά, θερμούς χαιρετισμούς και πεσκέσια από πολλά λιμάνια-αναγνώστες!
ΥΓ. (Σε συνέχεια του προηγούμενου θέματος) Ναι, μετά την παρουσίαση μείναμε "για ένα ποτηράκι κρασί".

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Προετοιμάζοντας μια παρουσίαση. (Ακόμη ένα ποτηράκι!)


Προετοιμάζοντας μια παρουσίαση βιβλίου.
Μοιάζει να είναι απλό. Έτσι δείχνει. Μια βιβλιοπαρουσίαση φαίνεται εύκολη υπόθεση. Έλα όμως που δεν είναι! Θα σας πω αμέσως μερικούς λόγους για να με νιώσετε:

Πρώτον, δεν μπορείς να πεις όλο το βιβλίο σε μισή ωρίτσα. Όσοι το επιχείρησαν, απέτυχαν οικτρά. Κατέστρεψαν την μαγεία της ανάγνωσης κι έκαναν το κοινό από κάτω να χασμουριέται. Αναγκαστικά καλείσαι να κάνεις αυστηρότατη επιλογή εστιάζοντας σε ένα-δυο πράγματα από το έργο που όμως εσύ, ο νους που το δημιούργησε, το κατέχεις ως ενιαίο σύνολο. Είναι επομένως πολύ δύσκολο να το κόψεις σε κομμάτια σαν πασταφλόρα και να επιλέξεις ένα κομμάτι σε βάρος των υπολοίπων που νοστιμίζεσαι εξίσου.
Σ’ αυτό το στάδιο, δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, πάντως εγώ έχω καταναλώσει ήδη τα δυο πρώτα ποτηράκια κρασί για να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Ο τεμαχισμός έχει μια βιαιότητα. Επιπλέον, η επιλογή χωρίζει τα περιστατικά του βιβλίου και τους ήρωες σε επιτυχόντες και μη. Νιώθω άσχημα για τους ήρωες και τα ωραία περιστατικά που μένουν έξω. Και ενοχή νιώθω, επειδή τα άφησα εγώ, αν και καμαρώνω γι’ αυτά και μέλημά μου είναι να τα προστατεύω. Αυτά τα λυπημένα συναισθήματα δεν είναι καλός λόγος για να ξαναγεμίσει το ποτηράκι;
Όσο το κάνω, από τη φυσική μου διάθεση να τους έχω όλους ευχαριστημένους, υπόσχομαι ότι στην επόμενη βιβλιοπαρουσίαση του ίδιου βιβλίου θα δείξω άλλα μέρη κι άλλα αποσπάσματα. Τηρώ την υπόσχεσή μου, αυξάνοντας τον όγκο της δουλειάς κατακόρυφα. Κάθε φορά, σχεδόν φτου κι απ’ την αρχή.

Η επιλογή του τι θα πεις και τι θα αφήσεις, είτε σαν θεματικές ενότητες είτε σαν αποσπάσματα είτε ό,τι άλλο, θέλει πολλή σκέψη κι ένα μάτσο χαρτιά γιατί μάλλον θα χαλάσεις πολλά στο σβήνε-γράφε. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος πέραν πάσης αμφιβολίας ότι επέλεξες σωστά κι ότι δεν έκλεψες από τον αναγνώστη σου την χαρά του να ανακαλύψει τα καλά του βιβλίου χωρίς να τον προϊδεάσεις σαν δασκαλίτσα. Εκεί υπεισέρχεται και ο άλλος μπελάς: το πόσο μακριά θα φθάσεις στην διήγηση της πλοκής ώστε να μην χαλάσεις το σασπένς και τη γοητεία του ταξιδιού του αναγνώστη... Πόσο μακριά θα τον πας τον αναγνώστη μέσα στο βιβλίο;
Εμ έλα ντε! Το αποφασίζεις ξαναγεμίζοντας το ποτήρι σου...

Μόνο έναν τρόπο έχω βρει ως τώρα και θα τον μοιραστώ μαζί σας: Την ώρα που προετοιμάζω την βιβλιοπαρουσίαση κοιτάω να έχω νοερά τον αναγνώστη μαζί μου και σε συνεργασία, υποτίθεται, να κάνουμε τη δουλειά. Αυτός να μου λέει (!!) τι θα περίμενε να γνωρίσει από το βιβλίο ...αν το είχε διαβάσει. (Εννοείται ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται εύκολα αν δεν έχουν καταναλωθεί πριν τα ποτηράκια που είπαμε.)
Εκ δεξιών σου κάθεται ο υποψήφιος αναγνώστης και αριστερά σου έχεις τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου, ο οποίος, σαφέστατα, έχει κι αυτός άποψη. Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα, μια που αυτή η υπόθεση τον αφορά άμεσα. Όσο αυτοί οι δύο (αναγνώστης/ήρωας) επιχειρηματολογούν ή κάποιες φορές κιόλας διαπληκτίζονται, περιμένεις υπομονετικά να καταλαγιάσει η διαμάχη και να δεις πού θα γείρει η πλάστιγγα. Φυσικά, πίνοντας ένα ποτηράκι...

Εάν υπάρχει κεντρικός ήρωας κι όχι ένα μπούγιο από ήρωες, φαινομενικά τα πράγματα είναι πιο εύκολα: έχεις μ’ έναν να ασχοληθείς. Τι γίνεται όμως αν αυτός ο ένας είναι, παράδειγμα, σαν την Σουλτάνα Καπαγιαννίδου του «Τη Νύχτα Που Γύρισε ο Χρόνος», δηλαδή μια πολύπλοκη προσωπικότητα με δική της οπτική; Τότε σκούρα τα πράγματα!
Δεν είναι, βέβαια, μόνο οι ήρωες που σου βάζουν ένα σωρό δυσκολίες όταν πας να μιλήσεις γι’ αυτούς. Γιγαντιαία δυσκολία βρίσκω στο να παρουσιάσει κανείς την τεχνική της γραφής ενός βιβλίου. Ένα καλό παράδειγμα, οι τρεις χρόνοι του «Τη Νύχτα Που Γύρισε Ο Χρόνος» (το απόλυτο τώρα, το σύγχρονο και το παρελθόν) που προσπαθούσα κατά τη γραφή να τους πλέξω σαν την καλοκαμωμένη πλεξούδα της γιαγιάς (ειλικρινά αυτό είχα στο μυαλό μου), ...πώς το λες αυτό σε μια παρουσίαση; Θα νομίζουν ότι όταν ετοίμαζες την παρουσίαση τα είχες τσούξει!

Προετοιμάζοντας την άφιξη του Επισκέπτη του Ονείρου.
Η ευθύνη, πιστέψτε με, είναι μεγαλύτερη όταν αναλαμβάνεις να παρουσιάσεις το βιβλίο άλλου συγγραφέα. Νιώθεις όπως ο γονιός που του έχουν αναθέσει να προσέχει το παιδί κάποιου άλλου, οπότε είσαι διπλά και τρίδιπλα προσεκτικός.

Αν δεν θέλεις, όπως εγώ δεν θέλω, να ακολουθήσεις τον κλασικό δρόμο βιβλιοπαρουσίασης «αναφορά λίγο στην πλοκή και τι είπε το βιβλίο σε μένα», που μεταξύ μας κανέναν δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει τι είπε ένα βιβλίο σε μένα, αφήστε που αυτό ακυρώνει την αρχή ότι ο κάθε αναγνώστης βάζει τον εαυτό του στο βιβλίο, (δέκα αναγνώστες αν σου μιλήσουν για ένα βιβλίο, δέκα διαφορετικές ματιές θα βρεις, αυτό είναι το καλό), τότε εκ των πραγμάτων θα πρέπει να περιηγηθείς ψάχνοντας να βρεις μια στρωτή οδό που δεν την ξέρει ο πολύς ο κόσμος.
Δεν σου κάνει κόπο! Είναι διασκέδαση το να ανακαλύπτεις δρόμους. Έτσι τουλάχιστον το βλέπω, γι’ αυτό και δεν κουράζομαι εύκολα! Άμα, μάλιστα, έχεις καλή παρέα τον συγγραφέα του βιβλίου, η πορεία γίνεται ακόμα πιο ευχάριστη, ξεχνιέσαι και πας ακόμα πιο μακριά. Νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς είναι καθοριστικό για το καλό αποτέλεσμα, σε ό,τιδήποτε, να υπάρχει πολύ ή λίγο η προσωπική ευχαρίστηση. Δεν βρίσκετε;

Ο Επισκέπτης του Ονείρου είναι το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Κ. Τσαμαδού. Την Ελένη την εκτιμώ και σαν συγγραφέα και σαν άνθρωπο. Γνωριστήκαμε στον «Ψυχογιό» και κολλήσαμε. Με τον Επισκέπτη της συμβαίνει ό,τι ισχύει με τους φίλους όταν βλέπεις ένα παιδί τους χαρισματικό και τσακίζεσαι να το υποστηρίξεις. Απόλαυσα το βιβλίο, προσωπικά είδα τα χαρίσματά του και με μεγάλη μου χαρά θα βγάλουμε στο φως μερικά (!) στον Ιανό της Αθήνας στις 20 Οκτωβρίου, στην πρώτη του παρουσίαση.
Η Τέσυ Μπάιλα, η συγγραφέας και φωτογράφος, μάς αποθανάτισε με την Έλεν την ώρα που επιλέγουμε τα αποσπάσματα που θα απαγγελθούν κατά την παρουσίαση. Προσηλωμένες στη δουλειά μας, δεν πήραμε είδηση! Ευχαριστούμε την Τέσυ για το ενσταντανέ. Το «μια εικόνα χίλιες λέξεις» είναι πέρα για πέρα αληθινό: αν δεν μου είχε στείλει η Τέσυ τη φωτογραφία, δεν θα είχα γράψει σήμερα όλο αυτό το κατεβατό!

Μέχρι την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου έχουμε αρκετές ακόμη μέρες μπροστά μας για να δουλέψουμε με την Έλεν πάνω στην παρουσίαση του βιβλίου της και, φυσικά, να περάσουμε καλά. ...Για να σας προλάβω, μια χαρά αφορμή για να πιούμε ένα ποτηράκι!