Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Οι Τρεις Μάγοι με τα δωράκια


Η λύπη έχει κρυφτεί καλά πίσω από την λάμψη. Άμα φανεί, υποσχέθηκε, θα παριστάνει την χαρούμενη. Τα φωτεινά λαμπιόνια στα μπαλκόνια κρύβουν πίσω τους την σκοτεινή διάθεση του κόσμου. Αναβοσβήνουν για να τραβήξουν την προσοχή, όπως κάνουμε όταν στέλνουμε μήνυμα sos. Και ο Άη Βασίλης που σκαρφαλώνει στον εξωτερικό τοίχο σαν διαρρήκτης, για καλή του τύχη είναι ψεύτικος (ούτε αυτός ο Άγιος Βασίλης, μάτια μου, είναι αληθινός) και θα σταματήσει εκεί, στο άνοιγμα της γρίλιας. Ευτυχώς γι’ αυτόν, γιατί μέσα στο σπίτι πιθανόν να τον περίμενε μια ψυχή μαύρη.

Άνθρωποι που ασφυκτιούμε, άρα γνωρίζουμε καλά από ασφυξία, και παρ’ όλα αυτά τυλίγουμε σφιχτά διάφορα κορδόνια με λαμπιόνια γύρω από κολόνες της ΔΕΗ, λερωμένους στύλους και μισοξεραμένα δεντράκια που περιμένουν να βρέξει ο ουρανός να ποτιστούν, τόσο αγνοημένα είναι όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Το σχοινί με τα λαμπάκια σφίγγει το δεντράκι σαν εφαρμοστό πουλόβερ με γυριστό γιακά. «Ασφυκτιώ!» θέλει το δέντρο να φωνάξει, όπως μάταια φώναζε «Διψώ!» το καλοκαίρι. «Υπομονή! Γίνεται για χάρη των παιδιών», το πείθουμε.

Στην εορταστική ατμόσφαιρα που δέχτηκε και πρόσθεσε η Γη στις ατμόσφαιρές της, προγραμματισμένη όμως αυτή να εξατμιστεί την επόμενη των Φώτων, το Άστρο της Βηθλεέμ αναβοσβήνει κι αυτό σαν παλιός λαμπτήρας που πάει να καεί. Μπερδεύεται η λάμψη του με τα φώτα στα μπαλκόνια μας. Δυσκολεύεται να βρει το δρόμο του να ενωθεί με το αστεράκι στην κορυφή του χριστουγεννιάτικου δέντρου μας, να το ακουμπήσει και να του δώσει φως από το φως του, όπως στην Ανάσταση. Ξεγελιούνται και οι Μάγοι από το δυνατό φως, δεν ξέρουν προς τα πού να πάνε τα δώρα τους, το χρυσό, το λιβάνι και την σμύρνα. Α, την σμύρνα. Εσπευσμένα χρειαζόμαστε λίγη σμύρνα. Κάτι έχει χαλάσει. Τον τελευταίο καιρό δεν μυρίζει ωραία. Τα αδέσποτα λαγωνικά έχουν φύγει. Αλυχτούν αλλού. Ψάχνουν κι αυτά ένα σπήλαιο.

Οι Τρεις Μάγοι περιπλανιώνται χαμένοι στις γειτονιές μας και τα προάστεια. Οι απόγονοι του προφήτη Βαλαάμ, στην έρημο της πόλης μας. Βαδίζουν ένας ένας στην σειρά, έτσι όπως τους τοποθετούμε πλάι στην φάτνη, σπίτι μας. Ώσπου διασταυρώνονται με την Κάθοδο των Μυρίων της εποχής μας, τους ανέργους. Απόγονοι άλλου ένδοξου παρελθόντος αυτοί. Όντας μόνο τρεις, οι Μάγοι κάνουν στην άκρη να περάσει το πλήθος των ανθρώπων που δεν έχουν δουλειά κι ως εκ τούτου δεν έχουν να προσκομίσουν δώρα. Οι Μάγοι τούς παρατηρούν, μαθημένοι να διαβάζουν τ’ άστρα. Κάνουν στροφή και τους ακολουθούν. Βαδίζουν πίσω από τους ανέργους μας πατώντας προσεκτικά στο χνάρι της πατημασιάς τους ώστε να μην μείνει ίχνος από τον μύθο στο πέρασμά του. Μια αχνή στοργή μόνο νιώθουμε όταν οι Μάγοι μάς προσπερνάνε, σαν χάδι του νοτιά, και αναρωτιόμαστε στο καταχείμωνο από πού ήρθε. Κοιτάμε ψηλά. Οι Μάγοι μάς έκαναν και κοιτάμε αισιόδοξα. «Καλά Χριστούγεννα!» ευχόμαστε στον διπλανό μας. Μαγικά νιώθουμε ότι η ευχή μας θα πιάσει, γι’ αυτό την επαναλαμβάνουμε δεξιά κι αριστερά. Λέγοντάς την συνειδητοποιούμε ότι δεν χρειάζονται πολλά, μια πνοή του νοτιά αρκεί, για να ξανααισθανθούμε ευτυχισμένοι.

Χωρίς φέτος ευδιάκριτο Άστρο της Βηθλεέμ να τους οδηγεί, οι Τρεις Μάγοι τείνουν το αυτί να πιάσουν βρεφικό κλάμα, να οδηγηθούν σαν μάνες προς το νεογέννητο. Έστω να βρουν έτσι το Θείο Βρέφος. Όμως κλάματα ακούν όπου κι αν στραφούν. Με τους χιτώνες και τις κάπες τους περιστρέφονται γύρω γύρω, σαν να τυλίγουν γύρω από το σώμα τους κι αυτοί μια μη ορατή αλυσίδα από λαμπιόνια. Ασφυκτιούν! Έως και οι Μάγοι ασφυκτιούν! (Χαίρεται το δέντρο.) Ο γέροντας Μελχιόρ, ο νεαρός Γάσπαρ και ο μελαψός Βαλτάσαρ περιστρέφονται ανεμίζοντας τα δώρα τους στον αέρα για να μην χαλάσουν, μην και τα καταπιεί η δίνη της περιστροφής και των καιρών, και σαρώνουν ήχους, όμως από παντού φτάνει ως αυτούς ήχος από κλάμα. Το βουβό, συμφωνούν, είναι το πιο εκκωφαντικό. Αφήνουν τα δώρα κάτω και με τις παλάμες τους κλείνουν τα αυτιά τους. Φέτος δεν θα έχει ο Χριστούλης δώρα.

Ούτε ο Βασιλάκης ούτε ο Κωστάκης ούτε το Κατερινάκι θα έχουν δώρα, Μάγε.

Ο Βαλτάσαρ μάς τείνει την σμύρνα.
(Το δώρο του να πιάσει τόπο.)
Σπρώχνουμε μαλακά τα βρέφη μας προς τα εκεί.

Το φως δεν κατάφερε να κρύψει την τόσο μεγάλη, μαζεμένη λύπη! Όπως το υποσχέθηκε, η λύπη θα παριστάνει την χαρούμενη. Σε πολλά σπίτια, φέτος, ο σάκος του Άη Βασίλη είναι ένας πεταμένος μαύρος πλαστικός των σκουπιδιών.

Σκέψη στο περιθώριο
Να ευχηθώ Καλά Χριστούγεννα!

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Μήπως ανήκω σε λάθος πλανήτη;



Μμμμ, δεν ανήκω σε λάθος πλανήτη. Κι αν, πες, ανήκω, είναι και άλλοι στον ίδιο πλανήτη, άρα μια χαρά θα περάσουμε!

Από αυτή την Τετάρτη, κάθε Τετάρτη το http://www.booknights.gr/ θα δημοσιεύει κι ένα ακόμη κείμενό μου αφιερωμένο στην ανεργία. Έτσι, όσοι ενδιαφέρεστε για το θέμα, τώρα μπορείτε κι άλλο εύκολα να βρίσκετε στο διαδίκτυο τα κείμενα της συλλογής. Απλώνοντας το χέρι σας. Με ένα απαλό κλικ στο «ποντίκι» σας.

Οι επισκέπτες του Booknights, όπως λέει και το όνομα, είναι του βιβλίου και της νύχτας... εξαιρετική ώρα για διάβασμα ή για αναμάσημα, τότε που δουλεύονται οι σκέψεις μας. Με το Booknights και τους φίλους του παρέα, σίγουρα δεν μπορώ να μιλάω για μοναξιά στον πλανήτη.

Σας καλωσορίζουμε κι εσάς.

Μήπως ανήκω σε λάθος πλανήτη;

Είναι πολύ πιθανό να αναρωτηθούμε κάποια στιγμή όταν μείνουμε άνεργοι, ιδιαίτερα αν παραμείνουμε για καιρό, μήπως ανήκουμε σε άλλον πλανήτη. Η υποψία κάθεται ήσυχα πίσω από την πόρτα μας, αόρατη, από την πρώτη μέρα «μετά την τελευταία μέρα στη δουλειά μας», και παραμονεύει πότε η αμφιβολία θα χτυπήσει και τη δική μας πόρτα, να πεταχτεί να της ανοίξει.

Έτσι και της ανοίξει, έκλεισε το «πριν» που ξέραμε. Θα αλλάξει η οπτική μας ματιά και στην συνέχεια η οπτική μας πλευρά. Μετά, αφού τα βλέπουμε διαφορετικά, θα ζούμε διαφορετικά. Αλλάζει ο τρόπος ζωής μας. Αλλά πριν από αυτό υπάρχει ένα πολύ σπουδαίο στάδιο: αλλάζει ο τρόπος που επιθυμούμε να ζήσουμε το μέλλον μας.

Το πέταγμά μας προς έναν άλλον πλανήτη εκτός της παρούσας Γης, ξεκινάει με την αρχική αίσθηση ότι μόνο εμείς δεν περνάμε καλά σε αυτόν τον κόσμο όταν όλοι γύρω μας φαίνεται να περνάνε καλά ή έστω καλούτσικα. Ότι τα έχουν βρει «μια χαρά» με τη ζωή τους, ενώ για μας έχουν περισσέψει «οι δυο τρομάρες».

Αρνούμενοι τον πλανήτη μας, αντιδρούμε στον τρόμο του παρόντος και στον τρόμο του μέλλοντος. Ενός φοβερού και τρομερού μέλλοντος που θα είναι όπως το ...παρόν!

Χωρίς δουλειά – χωρίς λεφτά – χωρίς επαγγελματική ικανοποίηση.

Συνηγορεί η πικρή αίσθηση της εγκατάλειψης που αποκτούμε ως αποκαρδιωμένος άνεργος, μήπως κανείς δεν εργάζεται για μας, ούτε καλά-καλά (παραγωγικά, κρινούμενοι εκ του αποτελέσματος) αυτοί στις εταιρείες, φορείς και υπουργεία που η δουλειά τους είναι η δική μας δουλειά. Διεγείροντας, κι αυτή, το αισθητήριο του τρόμου: ότι το φοβερό και τρομερό παρόν θα γίνει μέλλον!

Υποψία την υποψία, αμφιβολία την αμφιβολία, αρχίζουμε λοιπόν να αισθανόμαστε ενοχλητικά για τον πλανήτη που πατάμε. Η ανησυχία μας ενοχλεί τον διπλανό μας. Απειλεί την ησυχία του. Ευνόητα σηκώνει τα χιλιάδες δάχτυλά του. Δαχτυλοδειχνόμαστε ως πολλά –αντι και ακόμη περισσότερα α-. Φυγοκεντρικά πεταγόμαστε έξω από την τροχιά του περίγυρού μας. Κλείνουμε την πόρτα του εαυτού μας που άνοιξε τόσο απερίσκεπτα η υποψία, και μένουμε εκεί.

Εκεί μένουμε πλέον. Καλώς ήλθαμε!

Ανεξάρτητα από το αν αυτός ο πλανήτης είναι για μας λάθος ή εμείς λάθος για αυτόν τον σωστό πλανήτη, μένει το αποτέλεσμα της διανοητικής τριβής: η αστρική σκόνη που μας καλύπτει, φωτεινούς όσο κατάκοπους, κατά την αιώρησή μας προς ένα νέο πλανήτη όπου πλέον «μια χαρά» θα ανήκουμε, ανοίγοντας αιωρούμενοι το δρόμο μας προς αυτόν, μαλακά, ανάμεσα σε κομήτες, δορυφόρους και απωλεσθείσες ψυχές.

Αν είστε κι εσείς κοσμικοί τύποι, θα χαρείτε που θα ανακαλύψουμε, σαν φτάσουμε, ότι δεν πρόκειται για απάτητο πλανήτη ερημονήσι.

Κι ούτε για νεογνό πλανήτη χωρίς Γνώση.

Της παλιάς Γης μας οι ειδήσεις, οι εφημερίδες, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, το δημόσιο νοσοκομείο, η εθνική οδός, η τράπεζα, η Εφορεία, το συνεργείο αυτοκινήτων, το πλοίο της γραμμής, το γήπεδο, οι θρησκευτικές εμποροπανήγυρεις ... τίποτα δεν θα είναι για μας στο εξής ίδιο.

Με τις πλανητικές συζητήσεις, αλλάξαμε τον ρου της ιστορίας μας.

(Και ενδεχομένως και την ιστορία των παιδιών μας, αφού κατοικούν όπου εμείς.)

Σκέψη στο περιθώριο
Υπάρχει ζωή κι εκτός πλανήτη Γη. (Συμφωνούν και οι επιστήμονες.)


Το κείμενο «Μήπως ανήκω σε λάθος πλανήτη;» όπως και προηγούμενα (και επόμενα) μπορείτε να το βρείτε και στο NEXTOK. Αναρτήθηκε τη 12/14/2010.

Δεν πρόκειται για απάτητο πλανήτη ερημονήσι.

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Ο χαμένος χρόνος ζητάει θέση εργασίας

Ο χαμένος χρόνος

Ο χρόνος, τικ-τακ, κυλάει μπροστά. Τρέχει με σταθερό ρυθμό, δεν επιταχύνει, δεν επιβραδύνει, δεν σταματά να δέσει τα κορδόνια του. Ο χρόνος είναι κουρδισμένος για ισιάδες, δεν λαχανιάζει, δεν τον παίρνουν οι κατηφόρες. Τικ-τακ βαδίζει και θυμάται να κροταλίζει τις ώρες.

Η δουλειά του χρόνου είναι να τρέχει. Μπροστά.

Για μας, τους εργαζόμενους χωρίς δουλειά, ο χρόνος σταμάτησε. Βάζουμε το ρολόι μας κοντά στο αυτί. Ακούμε τον χρόνο στάσιμο. Σταμάτησε και μας αφουγκράζεται κι αυτός. Περιμένει από μας το πρώτο βήμα, την πρώτη κίνηση. Να ξεκινήσει πάλι να εργάζεται. Τικ-τακ να συλλέγει εργάσιμες ώρες. Να προχωράει εμπρός. Συμβαδίζοντας με τον χρόνο μας.

Σταματάει ο χρόνος για μας, συνεχίζει για τους άλλους. Μας αφήνει πίσω. Γιατί με προσπερνάς, χρόνε; Τρέξτε, μην μείνετε πίσω μεσήλικες με νεαρές εργατοώρες. Μην αφεθούμε πίσω από τους άλλους εργαζόμενους που συγχρονίζουν τα ρολόγια της δουλειάς τους με τα ρολόγια της ηλικίας τους.

Χαμένος χρόνος. Κρίμα! Η ζωή, λαχταριστή, περνάει πλάι μας. Την σκουντάει καροτσάκι παγωτατζή ο χρόνος. Συνεχίζει και η ζωή την πορεία της, κι αυτή ασταμάτητα. Από το παράθυρό μας τους βλέπουμε να διασχίζουν την αυλή μας. Πίσω τους, εργατική κινητοποίηση. Για μένα και για σας, εργατική ακινησία. Πέφτει η νύχτα. Ξημερώνει η εργάσιμη νέα μέρα, ολική έκλειψη ηλίου για μας. Μέσ’ στη σιωπή της ολικής νύχτας μας, ακούγεται το τικ-τακ του χρόνου του εργαζόμενου γείτονα.

Ο αναστεναγμός μας ξεκινάει, «τικ», και μένει ατελείωτος, έχασε το «τακ» του, γιατί δεν έχουμε χρόνο.

Υπάρχει χρόνος; Οι νεαρές εργατοώρες μας ήδη κρύβονται από ντροπή πίσω από τις πρώτες άσπρες τρίχες μας. Ένας εργαζόμενος έφηβος σε κορμί μεσήλικα. Κάτι δεν φαίνεται σωστό! Κάτι δεν πάει καλά! Μπερδεύτηκε ο χρόνος; Ή η ζωή είναι που τα έκανε θάλασσα; Τικ-τακ δεν μπορεί να τρέξει μακριά μας μόνο να βαδίζει σταθερά μπροστά. Κι αυτό κάνει. Μας αφήνει πίσω. Ο χρόνος μάς εγκαταλείπει. Περνώντας, η ζωή μας πασπαλίζει με λίγη Σοφία που της βρίσκεται. Δώρο για την εγκατάλειψη.

Από το καραβάνι που ακολουθεί τον χρόνο, οι εργατοώρες των παλιών μας συναδέλφων στη δουλειά κουνούν το χέρι αποχαιρετώντας τις δικές μας που στέκονται - στάσιμες - στο πλάι μας. Συλλέγουμε σκόρπια ένσημα από το έδαφος, ξερά φύλλα, για πότε ήρθε για μας το Φθινόπωρο! Τι κρίμα που ο χρόνος για μας δεν θα έχει Άνοιξη! Αλλά προχώρησε, τικ-τακ, και μας προσπέρασε. Βλέπουμε το γεμάτο σακίδιο στην πλάτη του χρόνου και την σκιά του να φεγγίζει σαν αύρα, σαν φάντασμα, σαν χαμένο όραμα. Γύρω του χορεύουν νυμφίδια εργατοώρες, τρελαμένες από την πολλή δουλειά, χορτάτες νύμφες και βαρύθυμα ουρί του παραδείσου, ενός χαμένου Παράδεισου σε έναν κόσμο που μας άφησε.

«Λοιπόν, κορίτσια,» λέω στις εργατοώρες μου, «ας ξεκινήσουμε». Βαδίζουμε προς τα πίσω, το εμπρός μάς είναι απαγορευμένο. Βαδίζω προς την αφετηρία μου. Ελπίζω σε νέα αρχή; Περπατώντας πετάω στους πέντε ανέμους τις επαγγελματικές προοπτικές μου. Έτσι κι αλλιώς τόσο λίγες μου είναι άχρηστες.

Οι εργατοώρες μου με ακολουθούν ανέμελα πηδώντας κουτσό.

Σκέψη στο περιθώριο
Ο χρόνος είναι χαμένος μόνο για όσους είναι διατεθειμένοι να χάσουν τον εαυτό τους.




Εάν σας ενδιαφέρουν τα κείμενά μου για την ανεργία, θα βρίσκετε συχνά νέα θέματα στον αέρα. Μπορείτε να διαβάσετε το "Γιατί κλαίει ο μπαμπάς, μαμά;" στο http://www.theseanation.gr/news/lifestyle/giati-klaiei-o-babas.htm και στο Νextok.