Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Μια φίλη μού ζήτησε να αναρτήσω ένα απόσπασμα από το "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" και μια άλλη να της θυμίσω τη περίφημη φωτογραφία της Σοφίας Σλήμαν με τα κοσμήματα που ανακάλυψε ο Ερρίκος Σλήμαν στην Τροία, γνωστά ως Θησαυρός του Πριάμου. Θυμάται τη φωτογραφία, λέει, αλλά αμυδρά. Αχνά. Σκέφτηκα, λοιπόν, να τα παντρέψω. Αναρτώ την φωτογραφία της Σοφίας κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο που έχει σχέση με τα κοσμήματα αυτά. Ακολουθεί το απόσπασμα. Σελ. 163. Εδώ, χωρίς παραγράφους.

Εσταζε νερά. Άφηνε κηλίδες νερού στο πέρασμά της. Μπήκε βιαστική στο δωμάτιό της τυλιγμένη με μια πετσέτα τη στιγμή που κάποιος στο ραδιόφωνο αφιέρωνε ένα γλυκανάλατο τραγούδι σε κάποιο κορίτσι. Δεν ήθελε η Βενετία να το ακούσει. Κλείδωσε την πόρτα κι άφησε την πετσέτα να πέσει στο πάτωμα, ύστερα έκλεισε το ραδιόφωνο και άρχισε να ντύνεται μέσα στη σιωπή. Έτσι ήταν καλύτερα. Ακουγόταν μόνο το θρόισμα του ρούχου και στο βάθος, πέρα στη θάλασσα, ο βόμβος της μηχανής μιας βάρκας που ξεμάκραινε. «Πάει Ιθάκη;» αναρωτήθηκε. Ντύθηκε χωρίς να σκέφτεται Ιθάκες. Το μυαλό της ήταν στον Σίμο και στο ταξίδι της στην Πελοπόννησο. Στο ταξίδι της με τον Σλήμαν στην Πελοπόννησο. Στέγνωσε τα μαλλιά της βιαστικά και επιθεώρησε τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Ικανοποιήθηκε. Το μακρύ λευκό φόρεμα ήταν ό,τι έπρεπε για απόψε. «Λίγο νύφη, λίγο φάντασμα…» Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με τον εαυτό της. Φαινόταν παράξενα γαλήνια απόψε, το έβλεπε στο πρόσωπό της· η γαλήνη στα πρόσωπα βγαίνει με γλυκύτητα. Το είδε η Βενετία και σαν οιωνό, η βραδιά που είχαν μπροστά τους με τον Σίμο ότι θα ήταν γλυκιά. Ευχαριστήθηκε, γιατί περίμενε ότι θα ήταν μόνο μια βαριά νύχτα και τίποτε άλλο. Μάζεψε πίσω τα μαλλιά της, να επιδείξει όση περισσότερη γλύκα μπορούσε. Πλησίασε το παράθυρό της και κοίταξε έξω. Μπροστά της ο όρμος τους, η κατσαρόλα, και πιο πέρα το καπάκι, το νησί της Ιθάκης. Ένα ιστιοφόρο διέσχιζε τον όρμο τόσο αργά, που σχεδόν έστεκε πάνω στο νερό ακίνητο. «Για δες! Τι παράξενο! Η θάλασσα έκατσε ακίνητη για να τη διασχίσει», σκέφτηκε. Ήταν βέβαιη ότι θα την περπατούσε το καράβι χωρίς να τη χαράξει, δε θα έμενε το χνάρι του πάνω στη λεία επιδερμίδα της θάλασσας. Το λευκό πανί του ιστιοφόρου, λευκό όσο το φόρεμά της, σαν βέλος έδειχνε προς μια κατεύθυνση. Μπροστά. Έδειχνε σε μια κοπέλα ενδεδυμένη με ιστίο, σε κάποιο παράθυρο στη στεριά, την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει. Η Βενετία άπλωσε το χέρι της κι έκλεισε τα παντζούρια κουφωτά. Έφτιαξε ένα δωμάτιο σε ημίφως. Ένα ιερό που πάνω του έπεφταν βαριές οι σκιές. Γυναικείας θεότητας άβατο. Μιας θεάς που την τραβάει το σκοτάδι. Μελαγχολική ή οργισμένη, πάντως ακόμη γλυκιά, αφού δεν είχε απολέσει τη γλυκύτητα της ήβης. Η Βενετία άνοιξε το κλειδωμένο κουτί από πολύτιμο ξύλο τριανταφυλλιάς. Μέσα είχε φυλαγμένα τα κοσμήματα από την Τροία, τα ωραιότερα από το θησαυρό του Πριάμου. Ψεύτικα, πλαστά, κάλπικα, τι σημασία είχε! Θαμπός στο ημίφως έδειχνε ο φτηνός χρυσός, μα τα μάτια της έλαμψαν από τη δική της φλόγα και τα είδε πολύτιμα. Η ιέρεια έβαλε το χέρι της στο κουτί, τα έκλεισε όλα μαζί στη χούφτα της και τα έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Τα κοσμήματα έλαμψαν από τη φλόγα της κοπέλας κι έδειξαν αληθινά. Λαμπερά σαν τα τρωικά χρυσά κοσμήματα, ενώτια και διαδήματα και πόρπες, για τα οποία διηγούνταν ο Ερρίκος Σλήμαν ότι η γυναίκα του η Σοφία τα τύλιξε στη φούστα της όπως ένα νεογέννητο, όταν εκείνος τα έβγαλε από τη γη. Δύο αιώνες πριν, τότε που ξεγέννησε με τα χέρια του τη γη από το θησαυρό της. Την ήξερε καλά αυτή την ιστορία η Βενετία κι ας μην ήταν παρούσα τότε στην Τροία. Εξάλλου, ούτε η Σοφία ήταν παρούσα τότε στην Τροία. Κι ας έλεγε ο Σλήμαν. «Ούτε η Σοφία σου ήταν δίπλα σου, Ερρίκο», είπε η ιέρεια με ανθρώπινη κακία. Η Βενετία άρχισε να στολίζεται με τα κοσμήματα. Να τα φοράει όπως η Σοφία Σλήμαν στην περίφημη φωτογραφία της με το θησαυρό του Πριάμου που έκανε το γύρο του κόσμου κι ακόμη τον κάνει. Χτένισε τα μαλλιά της να μοιάζουν όπως εκείνης στη φωτογραφία κι έβαλε στο κεφάλι της το ίδιο διάδημα με προσοχή. Τελευταία άφησε τα ενώτια. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη ξανά. Ένα περήφανο κατάρτι με λευκό πανί που δε χάλασε από τα χρόνια, από πολλών αιώνων αέρηδες, στεκόταν σε μιαν ακίνητη σκοτεινή θάλασσα, στο ημίφως που φώτιζε αμυδρά ένας κουφωτός, μισοσβησμένος ήλιος. Ολόγυρα στη Βενετία, πάνω της και δίπλα της, νιφάδες σκόνης αιωρούνταν κι έπεφταν στο έδαφος ηρωικά χορεύοντας, στάχτες από ξεχασμένους ήρωες κι από καύσεις νεκρών που σβήστηκαν με ποταμίσιο νερό από τον ποταμό της Τροίας κι έκτοτε ο αέρας τις μεταφέρει από δω κι από κει σαν γύρη του χρόνου που σπέρνει ζωή. Ως τα σήμερα, ξανά και ξανά κάνουν το γύρο της γης. Περιηγούνται στον σύγχρονο κόσμο με τους ουρανοξύστες και τα αεριωθούμενα, ενθύμια τελετών που έληξαν. Από το παράθυρο το αεράκι τις έφερε ως το δωμάτιο του κοριτσιού, το ραντεβού ήταν για απόψε. Όσο στολιζόταν, μια πνοή, σαν δειλό συγκρατημένο χάδι, ερχόταν και ξαναερχόταν από τη μεριά της Ιθάκης, λες και κάποιος που στεκόταν στο όρος του Αετού, ίσως όρθιος στην ταράτσα του ανακτόρου που δε βρήκε εκεί ο Σλήμαν κι ίσως να μην υπήρχε –η Βενετία δε θα γινόταν αρχαιολόγος για να το μάθει– να φυσούσε προς το μέρος της μαλακά, για να σπρώξει κι όχι να σβήσει, και να τις έστειλε μέχρι σ’ αυτήν. Τούτη ήταν η συμφωνία. Η Βενετία σταμάτησε το στολισμό της μόνον όταν έβαλε το χέρι της στο κουτί και δε βρήκε άλλο κόσμημα μέσα. Έβγαλε το χέρι της, το έφερε στη μύτη και το μύρισε. Ύστερα το έγλειψε ερωτικά κοιτώντας στον καθρέφτη με το μελαγχολικό βλέμμα της Σοφίας Σλήμαν. Τα φίδια της η θεά τα φύλαγε αλλού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: