Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Συνέντευξη τι εστί η "Θάλασσα"



Η συνέντευξη που ακολουθεί πρωτοαναρτήθηκε στο blog http://akamas.wordpress.com που ασχολείται με τη λογοτεχνία. Ο Γιάννης Ρουσιάς διάβασε το "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" και κατέγραψε 7 ερωτήσεις που έκρινε πως θα ενδιαφέρουν τους αναγνώστες. Ενδιέφεραν και τον ίδιο, βέβαια.


1. Ο κύριος άξονας του βιβλίου κινείται ανάμεσα στη γιαγιά Βενέτα και στην εγγονή Βενετία. Πως βλέπεις τη σχέση αυτή και πως την έζησες γράφοντας το βιβλίο;
Κάπως κυκλική, γι’ αυτό έδωσα στις δυο ηρωίδες το ίδιο όνομα. Ένωσα τα άκρα. Οι δύο αυτές γυναίκες για διαφορετικό λόγο σε διαφορετικές εποχές έκαναν το ίδιο πράγμα: ακολούθησαν τη γραμμή της θάλασσας. Την μια έτρεψε σε φυγή ένας έρωτας, ενώ την άλλη το γκρέμισμα του νεανικού της ονείρου να γίνει αρχαιολόγος και να συνεχίσει το έργο του Ερρίκου Σλήμαν. Και τις δυο η θάλασσα τις έβγαλε εκεί που θέλω να πιστεύω πως βγάζει τους λυπημένους ανθρώπους που αποφασίζουν να την ακολουθήσουν γιατί δεν έχουν πού αλλού να στραφούν: Τις οδήγησε στο καταφύγιο της χαμένης τους δύναμης.
Από το πόσες φορές στην ίδια παράγραφο αναφέρθηκα μαζί και στις δυο ηρωίδες είναι φανερό πως ακούμπησα τη ζωή της μιας πάνω στη ζωή της άλλης. Ακούμπησα κι εγώ πάνω τους, αυτή είναι η σχέση μου μαζί τους, που με ρωτάτε. Τις ένιωσα βαθιά. Και τη Βενετία και τη Βενέτα. Η φυγή τους με τάραξε, με αναστάτωσε αφάνταστα, μα ήρθε το αποτέλεσμα της φυγής και με γαλήνεψε. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία πως, αν ποτέ βρεθώ στη θέση τους, κι εγώ θα ακολουθήσω τη γραμμή της θάλασσας!

2. Μεγάλη σημασία στο βιβλίο παίζει η θάλασσα. Τι συμβολίζει η θάλασσα στην ψυχοσύνθεση των ηρώων;
Ό,τι στον κάθε Έλληνα. Δεν έχουμε απλώς σχέση, είμαστε δεμένοι με τη θάλασσα! Η θάλασσά μας δεν είναι μία, είναι χιλιάδες. Είναι η γαλάζια, η τιρκουάζ, η κυανή στο χρώμα της σημαίας μας, η ασημένια νυχτερινή θάλασσα βαμμένη με το φως του φεγγαριού… Ακόμη, η θάλασσα η ήρεμη και η θάλασσα η φουρτουνιασμένη, η θάλασσα που τρέφει και η θάλασσα που πνίγει, η θάλασσα του παιδικού πλατσαρίσματος και η θάλασσα της ενήλικης περιπέτειας, η ελεύθερη θάλασσα των ταξιδευτών, η άλλη θάλασσα με τους ατελείωτους δρόμους και τις ανοικτές λεωφόρους της γνώσης, το σπίτι των σφουγγαριών και, στο υπόγειο, ο γοητευτικός σιωπηλός κόσμος του βυθού. Θέλετε κι άλλα;
Η θάλασσα έχει το ενδιαφέρον στοιχείο πως μπορεί να είναι καλή και κακή κι επειδή σε αυτό το βιβλίο ασχολούμαι λίγο με τον αέναο αγώνα του Καλού με το Κακό, ή αντίστροφα, η διπλή υπόσταση της θάλασσας με εξυπηρετεί.
Όπως με εξυπηρετεί πολύ και σε κάτι ακόμα, που το αντιμετώπισα στο βιβλίο αυτό ως θεμελιώδες. Επειδή είναι τόσο μεγάλη, σχεδόν απέραντη (δεν είναι αλλά αυτή την αίσθηση έχουμε όταν στεκόμαστε στην άκρη ενός βράχου στην ακτή και κοιτάμε την μπλε θάλασσα και πώς ανακατεύεται το χρώμα της με το μπλε του ουρανού στο βάθος, στον ορίζοντα) επειδή, λοιπόν, είναι τόσο πολύ μεγάλη, χωράει όλες τις ανθρώπινες ιστορίες. Και τις μικρές και τις μεσαίες και τις μεγάλες, Και τις παλιές και τις τωρινές και τις μελλοντικές. Αρχικά είχα δώσει στο μυθιστόρημα τον τίτλο «Θάλασσσα» γραμμένο με τρία σίγμα, γι’ αυτό το λόγο, για να χωράει όλες τις ιστορίες των ανθρώπων. Γίνεται σε αυτό αναφορά στο βιβλίο κάμποσες φορές, αλλά έφυγε η Θάλασσσα από τον τίτλο.

3. Η νεαρή Βενετία είναι μεγάλη θαυμάστρια του Σλήμαν και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θέλει να σπουδάσει αρχαιολογία. Πως θα μπορούσε μια σημαντική προσωπικότητα, όπως ο Σλήμαν, να σταθεί ως φάρος σήμερα για ένα νέο άνθρωπο;
Μια σημαντική προσωπικότητα μπορεί να σταθεί φάρος για έναν νέο άνθρωπο στον αιώνα των αιώνων. Όχι μόνο σήμερα που λένε πως στερούμαστε πρότυπα. Ο Ερρίκος Σλήμαν ήταν ένας άνθρωπος που ξεχωρίζει, άρα, ναι, μπορεί να λειτουργήσει ως φάρος. Ευχαρίστως θα σας πω γιατί: Είχε αναγάγει την επιθυμία της ζωής του, το προσωπικό του όνειρο ας το πούμε πιο ρομαντικά, σε ζωτική ανάγκη κι είχε απίστευτη, αξιοζήλευτη προσήλωση στον στόχο του. Άοκνα δούλεψε γι’ αυτό αλλά η επιμονή του είχε μια τρυφερότητα που συγκινεί. Όπως, επίσης, προσωπικά με συγκινεί που όταν περιγράφει στα ημερολόγιά του ένα πραγματάκι από την Τροία ή τις Μυκήνες, νιώθεις το ρίγος του. Δεν τον θεωρώ κλασικό αρχαιοκάπηλο γιατί νομίζω πως ήταν πιο πολύ ένας ιδεαλιστής. Η διορατικότητά του, η εξωφρενική ικανότητά του κάτω από έναν λόφο χώμα να βλέπει έναν θαμμένο πολιτισμό, είναι ανεπανάληπτη.
Όπως και το άλλο τον κάνει ωραιότατα, κατ’ εμέ, φάρο: Είχε το σθένος να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και να δικαιώνεται για την επιλογή του κι αυτό συνέβη ούτε μια ούτε δυο φορές. Συνέβη και τότε που ισχυριζόταν πως τα ομηρικά έπη, η μυθολογία του τρωικού πολέμου είχε μέσα της αλήθεια, και τότε που πρώτος και μόνος επέμενε πως η Τροία βρισκόταν παραδίπλα από εκεί που έλεγαν όλοι μαζί κουστωδία οι αρχαιολόγοι της εποχής του. Μπορεί να ήταν δύσκολος άνθρωπος αλλά συνήθως οι έντονες προσωπικότητες δεν είναι εύκολοι σύντροφοι για συμβίωση. Η σύζυγός του η Σοφία σίγουρα πέρασε κοντά του έντονες συγκινήσεις μα σε συντροφικό συζυγικό επίπεδο δεν νομίζω πως ευτύχησε η γυναίκα ιδιαίτερα. …Έτσι είναι οι φάροι. Οι περισσότεροι δεν είναι φωτεινοί συνέχεια.
Για την ιστορία, να θυμηθούμε πως και ο Ερρίκος Σλήμαν σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τη θάλασσα προσπαθώντας να ξεφύγει από το μπακάλικο στη Γερμανία, όπου δούλευε υπάλληλος, και από μια ζωή με χαμένα όνειρα.

4. Η Βενετία, όταν φαίνεται να χάνει το όνειρό της, ετοιμάζεται να κάνει ένα ταξίδι στη Πελοπόννησο ακολουθώντας τα ίχνη του Σλήμαν. Πέρα από ένα ταξίδι αποχαιρετισμού τι άλλο συμβολίζει αυτό το ταξίδι για την ηρωίδα;
Με το ταξίδι αυτό η Βενετία αποχαιρετάει τη μελλοντική Βενετία όπως την οραματίστηκε και πόθησε. Δεύτερο, αποχαιρετάει τον παλιό της εαυτό που καλοζούσε με ένα ωραίο όνειρο. Τρίτο, αποχαιρετάει το ίνδαλμα Ερρίκος Σλήμαν που την συντρόφεψε ως εκεί και υπήρξε περισσότερο ένας νοερός τρυφερός σύντροφος παρά ένας ξερός μέντορας. Τέταρτο, η Βενετία αποχαιρετάει λίγο τον παππού της ο οποίος το ξεκίνησε όλο αυτό με τις αφηγήσεις του για τον προπάππο του που μετέφερε την στάμνα με τον οίνο του Σλήμαν κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη το 1868, στο πρώτο του, αναγνωριστικό, ταξίδι στην Ελλάδα. Πέμπτο και σημαντικό, όπως όλα τα ταξίδια αποχαιρετισμού είναι ταυτόχρονα ένα ταξίδι καλωσορίσματος, με την έννοια ότι επέστρεψε πίσω μια νέα Βενετία. Απρόσμενα όμως, έκτο, το ταξίδι που θεωρούσε αποχαιρετισμού τής προέκυψε ένα ταξίδι-έκπληξη γιατί έμαθε πράγματα και, κυρίως, επειδή ανακάλυψε τη δύναμή της. Μπορεί να πήρε το βαλιτσάκι της και να έφυγε αλλά δεν ήταν ένα απλό ταξίδι.

5. Πριν ξεκινήσει το ταξίδι της παίρνει από τη γιαγιά της έναν σκισμένο χάρτη, σχεδιασμένο από έναν προγόνο τους, Ενετό χαρτογράφο. Τι συμβολίζει ο χάρτης και τι περιμένει η γιαγιά από την εγγονή δίνοντάς της τον χάρτη;
Ξεχωριστά από όλα τα ολοφάνερα που θα μπορούσαμε να πούμε, ο χάρτης στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» συμβολίζει την συνέχεια. Είναι ένα οπτικό και ευανάγνωστο σύμβολο. Θα μπορούσε να ήταν κάτι άπιαστο, όπως μια παλιά όμορφη ιστορία, αλλά γύρευα κάτι χειροπιαστό που να μπορώ να του προσδώσω μύθο, αίγλη και συγκίνηση. Η κίνηση «πάρε αυτό που σου δίνω» όταν πρόκειται για οικογενειακό κειμήλιο είναι ξεκάθαρη πράξη συνέχειας, είναι κληροδότημα, κάτι που γλιστράει από τη μια γενιά στην επόμενη. Καταλαβαίνετε πως όταν το κειμήλιο αυτό είναι ένας χάρτης τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σοβαρά. Σε συμβολικό επίπεδο μιλάμε για μια διαδρομή, μια πορεία με σταθμούς και σταυροδρόμια, μια αφετηρία κι έναν προορισμό. Για πολλές εναλλακτικές αφετηρίες και πολλούς εναλλακτικούς προορισμούς. Στον απλωμένο χάρτη βλέπει κανείς καθαρά το όριο της θάλασσας, τη γραμμή πού ξεκινάει ή πού τελειώνει. Ένα τέλος ή μια αρχή. Όπως το δεις. Εμπόδιο ή ελευθερία. Ακόμη, ο χάρτης μάς δείχνει την κατεύθυνση του Βορρά, τον δρόμο του Πολικού Αστέρα.
Προσφέροντας τον χάρτη του Ενετού στην εγγονή της την παραμονή του ταξιδιού της, η Βενέτα ολοκλήρωσε την παρουσία της και οπισθοχωρεί, όπως είδατε στο βιβλίο, στο υποφωτισμένο παρασκήνιο. Το έκανε με αγάπη και από αγάπη. Με τον τρόπο που άλλοι πιστεύουν ότι ένα σταυρουδάκι προσφέρει βέβαιη προστασία, η ηλικιωμένη γυναίκα πίστευε ότι ο χάρτης και ο Ενετός πρόγονος όπως έσωσαν εκείνη, έτσι θα έσωζαν και την εγγονή της. Στη νεότητά της, όταν κινδύνεψε, έζησε μια συναρπαστική εμπειρία χάρη στον προγονικό χάρτη, κι έβλεπε πως ήρθε η ώρα να επαναληφθεί η ιστορία. Είναι ο κύκλος που σας έλεγα πριν κι ότι η ζωή της μιας Βενετίας ακουμπάει στη ζωή της άλλης.

6. Στο νέο σας μυθιστόρημα είδα ότι επιστρέψατε πάλι στην Ιθάκη.
Την ξανάγγιξα και την μύρισα, δεν επέστρεψα. Καμιά μου ηρωίδα δεν πατάει την Ιθάκη. Όλες την έβλεπαν από μακριά, από την απέναντι ακτή της Κεφαλονιάς. Η θέση Καραβόμυλος γι’ αυτό επιλέχτηκε, επειδή ακριβώς είναι απέναντι από το όρος Αετός της Ιθάκης όπου, κατά τον Σλήμαν, βρισκόταν το ανάκτορο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης. Αυτό, από μόνο του, είναι ένα εξαιρετικό ξεκίνημα για μια όμορφη ιστορία κι αυτό επιχείρησα να κάνω στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας». Ήθελα οι ήρωες του μυθιστορήματος να αντικρίζουν τον Ιδανικό Προορισμό του ανθρώπου κάθε πρωί με το που άνοιγαν το παράθυρό τους.

7. Μια τελευταία ερώτηση: Η γραφή σας στη 2η ενότητα διαφέρει αισθητά. Στην ουσία πρόκειται για άλλο ύφος. Το κάνατε έτσι επειδή ολόκληρη αυτή η ενότητα αποτελεί μια αναδρομή στο παρελθόν, ένα φλας-μπακ που λέμε, ή υπάρχει κάποιος άλλος λόγος;
Ξεκίνησε από αυτό που λέτε. Ολόκληρη η 2η ενότητα μάς μεταφέρει σε προγενέστερο χρόνο και ήθελα να τη διαφοροποιήσω από το σύγχρονο του υπόλοιπου μυθιστορήματος. Έτσι ξεκίνησε αλλά δεν τελείωσε έτσι. Το περιεχόμενο της ενότητας αυτής, τόσο δηλαδή η ιστορία της Βενέτας με τη δραματική φυγή της και την ακόμη δραματικότερη αιτία της φυγής της όσο και η παραμυθένια ιστορία του Ενετού χαρτογράφου του 18ου αιώνα, μου έδωσαν την χρυσή ευκαιρία να γράψω με έναν τρόπο που λαχταρούσα καιρό να κάνω και εδώ, ως ύφος, ταίριαζε περίφημα. Αυτό το χαλαρά ψιλοσουρεαλιστικό που έχει, το πάντρεμα του φανταστικού με το ρεαλιστικό το έχουμε αγαπήσει στην λατινοαμερικάνικη πεζογραφία και ο Έλληνας αναγνώστης, θεωρώ, είναι εξοικειωμένος, πρόθυμος να το δεχτεί και να το χαρεί. Μου βγήκε αγόγγυστα, μου έκανε εντύπωση πόσο φυσιολογικά προέκυψε. Νομίζω πως με βοήθησε η ευκολία μου να κάνω συνειρμούς, η άνεση με την οποία μπορώ και πετάγομαι από εδώ εκεί βλέποντας μια συγγένεια. Στην περίπτωση αυτή, της 2ης ενότητας που αναφέρεστε, τάχα μου βλέποντας μια συγγένεια. Δεν υπάρχει πάντα φανερή σύνδεση. Το χάρηκα πολύ, το διασκέδασα αφάνταστα και έχω την αίσθηση πως στο μέλλον, όταν άμα και αφού έχω κάτι που να του ταιριάζει τόσο πολύ, θα το ξανακάνω. Μεταξύ μας είμαι βέβαιη πως θα το ξανακάνω!

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Μια φίλη μού ζήτησε να αναρτήσω ένα απόσπασμα από το "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" και μια άλλη να της θυμίσω τη περίφημη φωτογραφία της Σοφίας Σλήμαν με τα κοσμήματα που ανακάλυψε ο Ερρίκος Σλήμαν στην Τροία, γνωστά ως Θησαυρός του Πριάμου. Θυμάται τη φωτογραφία, λέει, αλλά αμυδρά. Αχνά. Σκέφτηκα, λοιπόν, να τα παντρέψω. Αναρτώ την φωτογραφία της Σοφίας κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο που έχει σχέση με τα κοσμήματα αυτά. Ακολουθεί το απόσπασμα. Σελ. 163. Εδώ, χωρίς παραγράφους.

Εσταζε νερά. Άφηνε κηλίδες νερού στο πέρασμά της. Μπήκε βιαστική στο δωμάτιό της τυλιγμένη με μια πετσέτα τη στιγμή που κάποιος στο ραδιόφωνο αφιέρωνε ένα γλυκανάλατο τραγούδι σε κάποιο κορίτσι. Δεν ήθελε η Βενετία να το ακούσει. Κλείδωσε την πόρτα κι άφησε την πετσέτα να πέσει στο πάτωμα, ύστερα έκλεισε το ραδιόφωνο και άρχισε να ντύνεται μέσα στη σιωπή. Έτσι ήταν καλύτερα. Ακουγόταν μόνο το θρόισμα του ρούχου και στο βάθος, πέρα στη θάλασσα, ο βόμβος της μηχανής μιας βάρκας που ξεμάκραινε. «Πάει Ιθάκη;» αναρωτήθηκε. Ντύθηκε χωρίς να σκέφτεται Ιθάκες. Το μυαλό της ήταν στον Σίμο και στο ταξίδι της στην Πελοπόννησο. Στο ταξίδι της με τον Σλήμαν στην Πελοπόννησο. Στέγνωσε τα μαλλιά της βιαστικά και επιθεώρησε τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Ικανοποιήθηκε. Το μακρύ λευκό φόρεμα ήταν ό,τι έπρεπε για απόψε. «Λίγο νύφη, λίγο φάντασμα…» Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με τον εαυτό της. Φαινόταν παράξενα γαλήνια απόψε, το έβλεπε στο πρόσωπό της· η γαλήνη στα πρόσωπα βγαίνει με γλυκύτητα. Το είδε η Βενετία και σαν οιωνό, η βραδιά που είχαν μπροστά τους με τον Σίμο ότι θα ήταν γλυκιά. Ευχαριστήθηκε, γιατί περίμενε ότι θα ήταν μόνο μια βαριά νύχτα και τίποτε άλλο. Μάζεψε πίσω τα μαλλιά της, να επιδείξει όση περισσότερη γλύκα μπορούσε. Πλησίασε το παράθυρό της και κοίταξε έξω. Μπροστά της ο όρμος τους, η κατσαρόλα, και πιο πέρα το καπάκι, το νησί της Ιθάκης. Ένα ιστιοφόρο διέσχιζε τον όρμο τόσο αργά, που σχεδόν έστεκε πάνω στο νερό ακίνητο. «Για δες! Τι παράξενο! Η θάλασσα έκατσε ακίνητη για να τη διασχίσει», σκέφτηκε. Ήταν βέβαιη ότι θα την περπατούσε το καράβι χωρίς να τη χαράξει, δε θα έμενε το χνάρι του πάνω στη λεία επιδερμίδα της θάλασσας. Το λευκό πανί του ιστιοφόρου, λευκό όσο το φόρεμά της, σαν βέλος έδειχνε προς μια κατεύθυνση. Μπροστά. Έδειχνε σε μια κοπέλα ενδεδυμένη με ιστίο, σε κάποιο παράθυρο στη στεριά, την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει. Η Βενετία άπλωσε το χέρι της κι έκλεισε τα παντζούρια κουφωτά. Έφτιαξε ένα δωμάτιο σε ημίφως. Ένα ιερό που πάνω του έπεφταν βαριές οι σκιές. Γυναικείας θεότητας άβατο. Μιας θεάς που την τραβάει το σκοτάδι. Μελαγχολική ή οργισμένη, πάντως ακόμη γλυκιά, αφού δεν είχε απολέσει τη γλυκύτητα της ήβης. Η Βενετία άνοιξε το κλειδωμένο κουτί από πολύτιμο ξύλο τριανταφυλλιάς. Μέσα είχε φυλαγμένα τα κοσμήματα από την Τροία, τα ωραιότερα από το θησαυρό του Πριάμου. Ψεύτικα, πλαστά, κάλπικα, τι σημασία είχε! Θαμπός στο ημίφως έδειχνε ο φτηνός χρυσός, μα τα μάτια της έλαμψαν από τη δική της φλόγα και τα είδε πολύτιμα. Η ιέρεια έβαλε το χέρι της στο κουτί, τα έκλεισε όλα μαζί στη χούφτα της και τα έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Τα κοσμήματα έλαμψαν από τη φλόγα της κοπέλας κι έδειξαν αληθινά. Λαμπερά σαν τα τρωικά χρυσά κοσμήματα, ενώτια και διαδήματα και πόρπες, για τα οποία διηγούνταν ο Ερρίκος Σλήμαν ότι η γυναίκα του η Σοφία τα τύλιξε στη φούστα της όπως ένα νεογέννητο, όταν εκείνος τα έβγαλε από τη γη. Δύο αιώνες πριν, τότε που ξεγέννησε με τα χέρια του τη γη από το θησαυρό της. Την ήξερε καλά αυτή την ιστορία η Βενετία κι ας μην ήταν παρούσα τότε στην Τροία. Εξάλλου, ούτε η Σοφία ήταν παρούσα τότε στην Τροία. Κι ας έλεγε ο Σλήμαν. «Ούτε η Σοφία σου ήταν δίπλα σου, Ερρίκο», είπε η ιέρεια με ανθρώπινη κακία. Η Βενετία άρχισε να στολίζεται με τα κοσμήματα. Να τα φοράει όπως η Σοφία Σλήμαν στην περίφημη φωτογραφία της με το θησαυρό του Πριάμου που έκανε το γύρο του κόσμου κι ακόμη τον κάνει. Χτένισε τα μαλλιά της να μοιάζουν όπως εκείνης στη φωτογραφία κι έβαλε στο κεφάλι της το ίδιο διάδημα με προσοχή. Τελευταία άφησε τα ενώτια. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη ξανά. Ένα περήφανο κατάρτι με λευκό πανί που δε χάλασε από τα χρόνια, από πολλών αιώνων αέρηδες, στεκόταν σε μιαν ακίνητη σκοτεινή θάλασσα, στο ημίφως που φώτιζε αμυδρά ένας κουφωτός, μισοσβησμένος ήλιος. Ολόγυρα στη Βενετία, πάνω της και δίπλα της, νιφάδες σκόνης αιωρούνταν κι έπεφταν στο έδαφος ηρωικά χορεύοντας, στάχτες από ξεχασμένους ήρωες κι από καύσεις νεκρών που σβήστηκαν με ποταμίσιο νερό από τον ποταμό της Τροίας κι έκτοτε ο αέρας τις μεταφέρει από δω κι από κει σαν γύρη του χρόνου που σπέρνει ζωή. Ως τα σήμερα, ξανά και ξανά κάνουν το γύρο της γης. Περιηγούνται στον σύγχρονο κόσμο με τους ουρανοξύστες και τα αεριωθούμενα, ενθύμια τελετών που έληξαν. Από το παράθυρο το αεράκι τις έφερε ως το δωμάτιο του κοριτσιού, το ραντεβού ήταν για απόψε. Όσο στολιζόταν, μια πνοή, σαν δειλό συγκρατημένο χάδι, ερχόταν και ξαναερχόταν από τη μεριά της Ιθάκης, λες και κάποιος που στεκόταν στο όρος του Αετού, ίσως όρθιος στην ταράτσα του ανακτόρου που δε βρήκε εκεί ο Σλήμαν κι ίσως να μην υπήρχε –η Βενετία δε θα γινόταν αρχαιολόγος για να το μάθει– να φυσούσε προς το μέρος της μαλακά, για να σπρώξει κι όχι να σβήσει, και να τις έστειλε μέχρι σ’ αυτήν. Τούτη ήταν η συμφωνία. Η Βενετία σταμάτησε το στολισμό της μόνον όταν έβαλε το χέρι της στο κουτί και δε βρήκε άλλο κόσμημα μέσα. Έβγαλε το χέρι της, το έφερε στη μύτη και το μύρισε. Ύστερα το έγλειψε ερωτικά κοιτώντας στον καθρέφτη με το μελαγχολικό βλέμμα της Σοφίας Σλήμαν. Τα φίδια της η θεά τα φύλαγε αλλού.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Μια κουβέντα με τη "Θάλασσα"

«Διαμαρτύρομαι!», είπε το νέο βιβλίο και σταύρωσε τα χέρια του. «Θέλω να μου κάνεις ό,τι και στα άλλα σου βιβλία».
Κοιταχτήκαμε με το πρώτο αντίτυπο. Το κρατούσα στα χέρια μου. Μόλις είχα παραλάβει από τον εκδοτικό οίκο την «Θάλασσα». Έτσι λέω χαϊδευτικά, στο σπίτι, το Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας. «Πώς ένα τόσο όμορφο βιβλίο βγήκε με τέτοια γλώσσα;», απόρησα εγώ η ίδια που το έγραψα! Σκέφτηκα, λίγο κάπως βεβαιώθηκα, πως ήταν ένα βιβλίο με προσωπικότητα και βαθιά μέσα μου χάρηκα. Έξω, στην επιφάνεια, αναστέναξα με τον θεατρικό τρόπο της Ρέας στο βιβλίο.
Η «Θάλασσα» το πρόσεξε και γέλασε.
«Πρόσεξε καλά», το απείλησα, «γιατί η Δευτέρα δεν ήρθε ακόμα! Ξέρεις πολύ καλά πως αν τα 7.000 αντίτυπα που περιμένουν έτοιμα στις αποθήκες δεν μοιραστούν στα βιβλιοπωλεία, δεν θα φτάσεις στα χέρια των αναγνωστών σου και δεν θα αποκτήσεις φίλους. Μόνο σου θα μείνεις! Σαν καλαμιά στον κάμπο! Να μην με λένε Νοέλ!»
«Αχά!», είπε το βιβλίο και ανακάθισε (!). «Κάτσε μια στιγμή να τα μετρήσω: Μοναξιά, απειλή, αντιπαράθεση, ανεκπλήρωτη επιθυμία, χιουμοράκι. Συμπεριφέρεσαι όπως οι ήρωές σου, το ξέρεις;»
Δάγκασα τη γλώσσα μου. Όπως η Βενετία, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου.
«Όλα αυτά μου είναι γνωστά», συνέχισε ατάραχο, απαθές σαν τον Αποστόλη, τον άντρα της Ρέας. «Ξεχνάς σε ποιον μιλάς; Στο βιβλίο σου! Εγώ ξέρω έως και τι θα γίνει στο τέλος που δεν το λες πουθενά και σε κανέναν.» Γέλασε σχεδόν με αναίδεια. Μια κλίμακα, ένα σκαλάκι παρακάτω από ατόφια αναίδεια. «Ξέρω ‘γω το τέλος, ξέρω ‘γω το τέλος», κορόιδεψε τραγουδιστά.
Δεν του απάντησα. Μόνο αναστέναξα ξανά, τούτη τη φορά όπως η Μπέμπα, μια άλλη ηρωίδα της «Θάλασσας», αυτή που έχει παραδώσει τα όπλα κι αρνείται να το παλέψει έστω λιγάκι.
«Σε λίγο», επανήλθε το βιβλίο δριμύτερο, «να δεις που θα μου αναφέρεις τον Ερρίκο Σλήμαν και τη γυναίκα του! Θα αρχίσεις να μιλάς για αγάπη και την «αγάπη κατά καθήκον» της Σοφίας Σλήμαν. Κόβω το κεφάλι μου!»
Πόσο καλά με ήξερε!
«Τόσο πια πολύ δεν έφυγες από μένα! Για κοίτα παρακάτω την προηγούμενη ανάρτησή σου κι αυτά που έγραφες, πως αναρωτιόσουν πότε τελειώνει ένα βιβλίο; Τι λες τώρα;»
«Βρε χαζό,», μαλάκωσα, «εσένα θα σε πάω και στο Φέισμπουκ! Τώρα έχουμε Φέισμπουκ! Ξεχνάς;»
Το βιβλίο έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και με κοίταξε με πλάγιο βλέμμα.
«Τι με κοιτάς έτσι;» ρώτησα.
«Σκέφτομαι! …Αναρωτιέμαι με ποια ηρωίδα μου μοιάζεις περισσότερο. Με την Ρέα, με τη Βενετία ή με την γιαγιά της τη Βενέτα; Μήπως με τη Μπέμπα ή μήπως, Θεούλη μου, μοιάζεις στην Ζαμπία; Σαν τον μίμο κοπιάρεις τις ομιλίες τους και με μπερδεύεις!»
«Έλα, αγάπη μου. Κάτσε λίγο φρόνιμο. Κάνε υπομονή. Τη Δευτέρα θα βγεις!»


Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Πότε τελειώνει ένα βιβλίο;

Πότε τελειώνει ένα βιβλίο;

Νόμιζα ότι ένα βιβλίο τελειώνει για τον συγγραφέα όταν γράφει με μεγάλα, χοντρά γράμματα τη λέξη «ΤΕΛΟΣ» στην τελευταία σελίδα. Έτσι έβλεπα να κάνουν στις κινηματογραφικές ταινίες και μου άρεσε: ο πρωταγωνιστής συγγραφέας πληκτρολογούσε τη λέξη ΤΕΛΟΣ, ύστερα χαμογελούσε πλατιά, έβαζε τα χέρια πίσω στο σβέρκο και ξάπλωνε αναπαυτικά στην καρέκλα.

Στην πράξη έμαθα ότι με αυτό το τέλος δεν τελειώνει ένα βιβλίο. Μπορεί να είναι μια ταιριαστή κατάληξη για μια μυθοπλασία όπου ψεύτικοι άνθρωποι παίζουν τη ζωή, αλλά είναι ψέμα πως σταματάει εκεί ένα βιβλίο. Ακολουθούν χτενίσματα, ενδεχομένως κοψίματα, μετακινήσεις παραγράφων, σιάξιμο, τακτοποίημα, μια φασίνα με μεγάλες φούριες που φαίνεται ατέλειωτη … μέχρι που ξαναφτάνει ο συγγραφέας στη λέξη ΤΕΛΟΣ. Είναι ίσως η μόνη λέξη που την αφήνει εκεί που βρίσκεται αφού δεν επιδέχεται βελτίωση και η αναθεώρησή της θα άρει την σημασία της, μιας και τότε δεν θα είναι τέλος.

Πρόκειται όμως για ένα Νέο ΤΕΛΟΣ γιατί είχε δοθεί στο προγενέστερο κείμενο, στο πρώτο χειρόγραφο. Αφορούσε επομένως ένα άλλο κείμενο αφού δεν είναι ολόιδιο με τούτο. Κάθε αναθεώρηση καταλήγει σε ένα νέο τέλος αποδεικνύοντας πως το τέλος του βιβλίου ήταν προσωρινό κι άρα χαράς το τέλος! Σύρεται το ΤΕΛΟΣ από χέρι σε χέρι, από μάτι σε μάτι σε όλες τις επόμενες φάσεις προετοιμασίας του νέου βιβλίου, κυλάει ανέπαφο και ακλυδώνιστο, περήφανο και μαρμαρωμένο, φτάνοντας έτσι ως την τελευταία αναθεώρηση, την επίσημη.
Την τελειωτική.
Η λέξη ΤΕΛΟΣ τής ταιριάζει καλύτερα.

Και ίσως εκεί να φαίνεται πως τελειώνει ένα βιβλίο, αλλά όχι, ακολουθούν κι άλλες ευκαιρίες καλές για τέλος, όπως, για παράδειγμα, όταν εκδότης και συγγραφέας συνυπογράφουν την επικείμενη έκδοση. Στο τέλος της ουρίτσας της υπογραφής, στο λίκνισμα του μελανιού για ομορφιά, εκεί ο συγγραφέας βλέπει να λαμποκοπάει ή αχνοφέγγει ένα happy end.

Μέχρι να φτιαχτεί το βιβλίο ποικίλες στιγμές τέλους έρχονται επάλληλα σαν βαγονέτα, με κορυφαία την στιγμή που παίρνει στα χέρια του ο συγγραφέας το πρώτο τυπωμένο αντίτυπο ως βρέφος. «Τώρα τελείωσε! Σε αυτό!», δηλώνει συγκινημένος και άλλο τόσο βέβαιος. Και ολωσδιόλου λάθος, γιατί είναι ολοκαίνουργιο, πώς τελείωσε αφού δεν έχει ακόμα ξεκινήσει!

Πράγματι, από την επόμενη κιόλας μέρα διαψεύδεται. Το χθεσινό του βρέφος έχει γίνει ένα όχημα που μεταφέρει σε αναγνώστες εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα, αύρα εποχών, γνώσεις, ιστορικά γεγονότα, αισθήματα ζουμερά, άλλα στεγνά, κάποια άλλα καυτά, τέλος πάντων, μην τα καταμετρήσουμε όλα, από όλη την ανθρώπινη παλέτα μπογιατισμένα αισθήματα. Με τη βοήθεια των αναγνωστών κατανοεί ο συγγραφέας πως ένα βιβλίο δεν μπορεί να τελειώσει χωρίς τον αναγνώστη. Ότι χρειάζεται «το πόδι του αναγνώστη», του καθένα ξέχωρα, για να σηκωθεί και να σταθεί όρθιο το βιβλίο του που λάθος είχε νομίσει πως τέλειωσε.

Στο στάδιο που υπεισέρχονται οι αναγνώστες, το ΤΕΛΟΣ αποδεικνύεται πια αδύνατο. Είναι ολοφάνερο πως δεν υπάρχει ένα τέλος αφού, δυνητικά, δεν τελειώνουν οι αναγνώστες. Τα λυγισμένα ράφια στις παλιές ξύλινες βιβλιοθήκες κουβαλούν διαβασμένα βιβλία σε επόμενους και μεθεπόμενους αναγνώστες. Ουκ έστιν αριθμός!

Ούτε όμως, αν πάρουμε τον κάθε αναγνώστη ξέχωρα, τελειώνει ποτέ ένα βιβλίο. Ο μεμονωμένος αναγνώστης σαν φτάνει κι αυτός στη λέξη ΤΕΛΟΣ και τη διαβάζει ανακουφισμένος ή λυπημένος, λαθεμένα πιστεύει κι αυτός πως το βιβλίο τελείωσε. Στην πραγματικότητα μόλις άρχισε. Οι ήρωες σελίδα-σελίδα μεταφέρθηκαν από το χαρτί στην ψυχή και στη μνήμη του αναγνώστη κι έγιναν χτήμα του. Κουβαλάει την ιστορία του βιβλίου μαζί με τις ιστορίες τις δικές του και όσες άκουσε από διερχόμενους διαβάτες και περαστικές αγάπες στην μακριά πορεία της ζωής του.

Ένα βιβλίο ποτέ δεν τελειώνει! Εκεί καταλήγει αυτό το κείμενο και μένει στη μέση. Θέλω να γράψω ΤΕΛΟΣ και να το τελειώσω εκεί, σε αυτό το σημείο της παραδοχής της ματαιότητας, και να καθίσω κι εγώ αναπαυτικότερα στην καρέκλα μου. Όμως δεν είμαι μια συγγραφέας σε ταινία. Φυλλομετράω τις 330 χειρόγραφες σελίδες του καινούργιου μου μυθιστορήματος που του έδωσα τον τίτλο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας», χορτάτη και ελαφρά ταλαιπωρημένη από το να την ακολουθώ τόσο καιρό, νιώθοντας στην άκρη των δακτύλων μου το χαρακτηριστικό γαργάλημα που μου λέει να συνεχίσω, ότι δεν τελείωσα, χρειάζεται μια λεξούλα ακόμα. Με μεγάλα, χοντρά γράμματα να γράψω τη λέξη ΤΕΛΟΣ.

Δεν την γράφω. Σηκώθηκα από την καρέκλα που στις ταινίες θα έφερνα σβούρα πανηγυρίζοντας.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Μπαμπουσκίτσα (Έτσι μικρές μάς φτιάχνουν σήμερα)

«Αχά!», είπα και άνοιξα την μεγάλη μπαμπούσκα κι έβγαλα από μέσα την μικρότερη. Ξεβίδωσα κι αυτή κι έβγαλα από μέσα της την ακόμα μικρότερη. Κι από αυτή την κι άλλο μικρότερη. Και στην συνέχεια, μέσα από αυτή, έβγαλα την τελευταία. Την τοσοδούλικη που δεν μικραίνει άλλο! Έστησα τις μπαμπούσκες πλάι-πλάι παραταγμένες στην σειρά καθ’ ύψος και είδα πώς ήμουν και πώς έγινα!!
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»

Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι’ αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.

Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.

Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.

Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!

Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα… ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, …πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.

Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)

Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό.

(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Μια βρεγμένη κουκκίδα στο σύμπαν

Κάθομαι στο πεζούλι και παρακολουθώ τα αγόρια που παίζουν μπάλα. Εγώ είμαι μικρή και κορίτσι, δεν με παίζουν. Κάθομαι, λοιπόν, ψηλά στο πεζούλι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και τους βλέπω. Με φωνές και παλαμάκια επευφημώ τον αδελφό μου, τον αρχηγό της δικής μας γειτονιάς. Παράλληλα κοιτώ στα πρόσωπα των αγοριών, ακόμη και της αντίπαλης ομάδας, και ψάχνω ποιος θα με αγαπήσει.

Από όλη τούτη την παλιά θύμηση των παιδικών χρόνων, αυτό έμεινε. Το ότι δεν με παίζουν και ποιος θα με αγαπήσει.

Κάνοντας ο χρόνος γκελ σαν ένα μεγάλο ουράνιο τόξο, τέλος πάντων με μια πανομοιότυπη καμπύλη γραμμή γεμάτη χρώματα, βρέθηκα να κολυμπώ στην απέραντη και αιώνια θάλασσα. Μόνο που τούτο το καλοκαίρι, εκεί που κολυμπούσα περικυκλωμένη από γαλάζιο, από τόσο θανατηφόρα θαλασσί, ένιωσα το ίδιο. Ότι δεν με παίζουν και ποιος θα με αγαπήσει. Στο παιχνίδι που παίζεται σήμερα, το κοινωνικό και οικονομικό, είδα τον εαυτό μου όπως τότε: αμέτοχο, καθισμένο στο πεζούλι. Ανακάλεσα τα πρόσωπα των σημερινών παικτών. Ένιωσα βαθιά πως κανείς δεν με αγαπάει κι ούτε πρόκειται να με αγαπήσει.

Ήταν παράδοξο γιατί ήρθε στο μυαλό μου την πλέον αταίριαστη ώρα, την στιγμή που ένιωθα πανάλαφρη μέσα στο νερό, ενόσω κολυμπούσα ελεύθερη και χαιρόμουν αυτό ακριβώς, πόσο ελαφριά και ελεύθερη ήμουν. Ήρθε επομένως η θύμηση όταν δεν έπρεπε. Για να μου χαλάσει τη διάθεση. Μπορώ να πω χωρίς τύψεις πως ήταν μια εχθρική πρωτοβουλία της γαλήνιας θάλασσας που δεν ξέρω κι εγώ τι ζήλεψε από έναν ταλαιπωρημένο πολίτη της Ελλάδας, φίσκα φουρτούνες, που βγήκε από έναν Χειμώνα -και τι Χειμώνα- για να κολυμπήσει.

Πρόλαβα όμως και μου έμεινε η στιγμή που την γράπωσα καθώς έφευγε. Το ότι, για μια στιγμή, ήμουν ελεύθερη. Η αστραπιαία και κεραυνοβόλα διαπίστωση ότι όλα αυτά που με ταλάνισαν τον Χειμώνα, οι περικοπές και οι απειλές, η στενοχώρια και ο τρόμος, δεν έχουν το βάρος που τους δίνουν οι Ειδήσεις όσο εγώ νιώθω ελεύθερη. Μέσα στο νερό, ούτε αυτά έχουν βάρος.

Ο νόμος του Αρχιμήδη ας είναι καλά. (Οι φυσικοί νόμοι ισχύουν.)

Κολυμπώντας και παρακολουθώντας από τη μέση της θάλασσας τη φύση, κοιτώντας τα «από πάντα» βουνά και την «αιώνια» θάλασσα, αναγκαστικά φρεσκάρονται οι διαστάσεις. Τι να κάνουμε, ο κόσμος του Εγώ στον κόσμο όλο είναι τοσοδούλικος. (Τελικά, τα «μπάνια του λαού» είναι σοφό πράγμα.) Το βαρύ Εγώ μου έγινε ελαφρύ τόσο όσο το βαρύ σώμα μου μέσα στο νερό που κάποτε ήταν παγετώνας και αύριο ποιος ξέρει τι θα γίνει, ελπίζω σύννεφο. Και τι παράξενη αίσθηση, ενώ το παραπάνω ακούγεται ίσως παραδομένο και αδύναμο, αντίθετα είναι ανέλπιστα δυνατό γιατί μου έδωσε την ελευθερία, για όσο διάστημα βρισκόμουν μέσα στην υπέργηρη θάλασσα, ότι δεν εξαρτάται από μένα ο κόσμος.

Το αν μας δίνουν τα χοντρά λεφτά για τον Παρθενώνα μας, για το πετρέλαιο, τα υπόγεια ύδατα ή τις λιμπιστικές αμμουδιές μας, μέσα στο νερό είναι λόγοι χωρίς βάρος. Επέπλεαν δίπλα μου στη θάλασσα όπως τα φύκια.

Όμοια με ένα μάτσο φύκια.

Σαν λυμένα κοριτσίστικα μαλλιά στη θάλασσα.

Αν γίνεται, εγώ θέλω στην στεριά να είμαι «θαλασσινά» ελεύθερη. Λαχταρώ ξανά τη λαμπρή, στιγμιαία εμπειρία της παντοδυναμίας μου. Θέλω πίσω εκείνη την ακαριαία μέγιστη απόλαυση που έχει τη γλύκα της νίκης. Πολύ απλά, πάλι να νιώσω όπως τότε που το γεμάτο κεφάλι μου ήταν μια βρεγμένη κουκκίδα στο απέραντο σύμπαν.

Να είμαι ελεύθερη!

Ας μην με παίζουν! Ας παίζουν μόνοι τους! Όλο τον βαρύ Χειμώνα που έρχεται, θα κάθομαι, είπα, στο πεζούλι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και θα τους κοιτώ, την Κυβέρνηση και όποιον από τις άλλες, ξένες, γειτονιές έρθει να παίξει στην αλάνα μου. Και, άμα κάνει κανείς τους καμιά καλή απόκρουση ή κατεβασιά, τότε θα τον επευφημώ με ενθουσιασμό όπως έκανα παλιά στον αδελφό μου και πάντα νίκαγε.

Από τους παίκτες κάποιος να με αγαπήσει, όμως, ακόμα με καίει. Τούτο δεν μπόρεσα στα θαλάσσια μπάνια να το γιατρέψω.

(Για το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ως3»)

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Μια αγανακτισμένη σελίδα από τετράδιο

Ανέμιζε σαν φύλλο στον άνεμο. Ήταν ένα φύλλο χαρτί, μια σελίδα με γραμμές σκισμένο άτσαλα από κοινό τετράδιο. Το συγκεντρωμένο πλήθος στο Σύνταγμα φώναζε, μούντζωνε, γελούσε, γυναίκες χτυπούσαν τα καπάκια από τις κατσαρόλες τους και ένα ζευγαράκι μπροστά μου φιλιόταν με πάθος. Στην καρδιά του όχλου.

Ετερόκλητο πλήθος σε έξαρση και εξέγερση, όλοι μαζί σαν ένα πλήθος κοιτούσαν τη Βουλή και περίμεναν από τον νεαρό άντρα μπροστά τους, ο οποίος για να φαίνεται στεκόταν μισοανεβασμένος στο οδόφραγμα στραμμένος προς αυτούς, να δώσει το επόμενο σύνθημα. Το λαχταρούσαν να πέσει αδηφάγα. Σταματούσαν για λίγο να χτυπούνε την κατσαρόλα για να κάνουν ησυχία και να το ακούσουν καλά. Να το πιάσουν στον αέρα όπως θα φύγει από το χαρτί, το φύλλο που ανέμιζε. Συμβουλευόταν εκείνος το χαρτί του ρίχνοντας μια ματιά και φώναζε ένα από τα συνθήματα με την ντουντούκα. Θαρρώ δεν ακολουθούσε την σειρά. Αντί τα πράσινα φωτάκια που χόρευαν στους τοίχους και τις κλειστές γρίλιες της Βουλής, εγώ παρακολουθούσα αυτόν.

Όχι αυτόν. Το χαρτί που κρατούσε.

Όσο το πλήθος -εμείς- επαναλαμβάναμε σαν καλοί μαθητές την πρόταση που ήταν γραμμένη και είχε εκφωνήσει ο κύριος, εκείνος ανέμιζε το χαρτί δίνοντάς μας το τέμπο. Σαν μαέστρος κατηύθυνε την δημόσια συναυλία μας κουνώντας έντονα τα χέρια του και η σελίδα από το τετράδιο χρησίμευε σαν η σοφιστικέ μπαγκέτα του. Αν το πλήθος τα πηγαίναμε καλά, ο μαέστρος μας όλο χαμόγελα βύθιζε την προσοχή του πίσω στο χαρτί που στεκόταν ακίνητο ίσα-ίσα όσο να ψαρέψει ένα επόμενο εξίσου καλό σύνθημα.

Ήταν μια επιφανής σκισμένη σελίδα από τετράδιο. Όχι καμιά τυχαία, κι ας ήταν ευτελούς αξίας. Αυτή ήταν η τυχερή του τετραδίου. Η καθαρογραμμένη. Η Σταρ Σελίδα. Ενδεχομένως να ήταν η τελευταία σελίδα στο τετράδιο, εκεί που δοκιμάζουμε το στυλό αν γράφει και την έχουμε για πέταμα. Θα είχαν προηγηθεί διάφορες άτυχες σελίδες πριν από αυτήν που θα χρησιμοποιήθηκαν ως πρόχειρες, σαν γυναίκες της μίας φοράς, ερωμένες της ξεπέτας, γράφοντας και διαγράφοντας συνθήματα, έξυπνες ατάκες, χλευασμούς σε ρίμα, ομοιοκαταληξίες με το «ξουτ» και το «ουστ».

Αυτή η σελίδα τετραδίου που έβλεπα εγώ, που γνώρισα και ξετρελάθηκα μαζί της, ήταν πολυγραμμένη. Με χυδαίο στυλό. Επιπέδου περιπτέρου. Καλό ταίρι για μια σελίδα από κοινό τετράδιο. Όμως με νοικοκυρεμένα, ευανάγνωστα γράμματα και, θέλω να ελπίζω, ελεγμένη ορθογραφία. Ήταν η ωραία καθαρογραμμένη.

Η οργή του λαού είχε στάξει με λέξεις πάνω σε αυτό το χαρτί. Η σελίδα που παρακολουθούσα με επιμονή και δεν έχανα από τα μάτια μου ήταν μια δεξαμενή που γέμισε οργισμένες λέξεις με εσάνς παλιάς επανάστασης.

Κι όσο φώναζα ένα μεσαίο, θαρρώ, σύνθημα συγχρονισμένη με το ζευγαράκι μπρος μου που επιτέλους αποφάσισε και χρησιμοποίησε το στόμα του για έναν πιο ομαδικό σκοπό, σκεφτόμουν τον κάτοχο του κοινού μπλε τετραδίου σπίτι του ή σε μια γωνιά στην συνοικιακή καφετέρια, ίσως και στο Κάτω Σύνταγμα καθισμένος στην σκιά των δέντρων το πρωί να γράφει, διαγράφει, ξαναγράφει και καθαρογράφει συνθήματα. Το ένα κάτω από το άλλο, σε στοίχιση σαν τους αστυνομικούς που ήταν παραταγμένοι γύρω από την πλατεία. Κι αν αυτός ο συνειρμός λόγω του περιεχομένου της δεν είναι στην σελίδα μου αρεστός, ας πούμε πως έμοιαζαν με χρωματιστές ξυλομπογιές που τοποθέτησε κάποιο παιδάκι σε μια σελίδα χαρτί την μια ξυλομπογιά κάτω από την άλλη για να παίξει.

Ήθελα να μείνω ως το τέλος. Ήμουν περίεργη τι της επιφύλαξε το μέλλον. Ήθελα να δω τον άντρα της να την μαζεύει. Ήμουν περίεργη αν θα την δίπλωνε σαν λευκό γιορτινό τραπεζομάντιλο, με ανάλογη τιμή και αγάπη, ή σαν ένα παλιόχαρτο που έκανε τη δουλειά και θα πεταχτεί πριν μπει το ρούχο στο πλυντήριο. Μήπως έχει την τύχη της λίστας του σούπερ μάρκετ ανησυχούσα.

Ήθελα επίσης να διαπιστώσω, γιατί είχα αγωνία για τη φίλη μου, αν θα την βάλει στην τσέπη του πουκαμίσου του που ακουμπάει την καρδιά του ή στην ποταπή κωλότσεπη στο παντελόνι του. Ήθελα να δω, με άλλα λόγια, αν θα πέσει στα χαμηλά ή θα πάρει τα υψηλά διαζώματα που της αξίζουν. Κι ας μην συνηθίζεται μια απλή σελίδα τετραδίου να γυρεύει αξιώματα.

Αυτής της άξιζε, θαρρούσα.

Ήμουν περίεργη να δω αν ήξερε ο κάτοχός της ότι εκείνη την ώρα η σελίδα αυτή έγραφε Ιστορία.

Έφυγα πριν από την σελίδα δυστυχώς. Την άφησα να ανεμίζει με φόντο τη Βουλή σε ρυθμό συνθήματος και βυζαντινού Ιπποδρόμου. Σήκωσα το χέρι μου και το ανέμισα κι έτσι χαιρετηθήκαμε με την σελίδα.

Δεν πρόλαβα να φτάσω ως την γωνία και άκουσα το συγκεντρωμένο πλήθος να μου φωνάζει «ουστ!»

(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»,
στήλη «Χώστρια», τεύχος Ιουλίου)