Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Οι Τρεις Μάγοι με τα δωράκια


Η λύπη έχει κρυφτεί καλά πίσω από την λάμψη. Άμα φανεί, υποσχέθηκε, θα παριστάνει την χαρούμενη. Τα φωτεινά λαμπιόνια στα μπαλκόνια κρύβουν πίσω τους την σκοτεινή διάθεση του κόσμου. Αναβοσβήνουν για να τραβήξουν την προσοχή, όπως κάνουμε όταν στέλνουμε μήνυμα sos. Και ο Άη Βασίλης που σκαρφαλώνει στον εξωτερικό τοίχο σαν διαρρήκτης, για καλή του τύχη είναι ψεύτικος (ούτε αυτός ο Άγιος Βασίλης, μάτια μου, είναι αληθινός) και θα σταματήσει εκεί, στο άνοιγμα της γρίλιας. Ευτυχώς γι’ αυτόν, γιατί μέσα στο σπίτι πιθανόν να τον περίμενε μια ψυχή μαύρη.

Άνθρωποι που ασφυκτιούμε, άρα γνωρίζουμε καλά από ασφυξία, και παρ’ όλα αυτά τυλίγουμε σφιχτά διάφορα κορδόνια με λαμπιόνια γύρω από κολόνες της ΔΕΗ, λερωμένους στύλους και μισοξεραμένα δεντράκια που περιμένουν να βρέξει ο ουρανός να ποτιστούν, τόσο αγνοημένα είναι όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Το σχοινί με τα λαμπάκια σφίγγει το δεντράκι σαν εφαρμοστό πουλόβερ με γυριστό γιακά. «Ασφυκτιώ!» θέλει το δέντρο να φωνάξει, όπως μάταια φώναζε «Διψώ!» το καλοκαίρι. «Υπομονή! Γίνεται για χάρη των παιδιών», το πείθουμε.

Στην εορταστική ατμόσφαιρα που δέχτηκε και πρόσθεσε η Γη στις ατμόσφαιρές της, προγραμματισμένη όμως αυτή να εξατμιστεί την επόμενη των Φώτων, το Άστρο της Βηθλεέμ αναβοσβήνει κι αυτό σαν παλιός λαμπτήρας που πάει να καεί. Μπερδεύεται η λάμψη του με τα φώτα στα μπαλκόνια μας. Δυσκολεύεται να βρει το δρόμο του να ενωθεί με το αστεράκι στην κορυφή του χριστουγεννιάτικου δέντρου μας, να το ακουμπήσει και να του δώσει φως από το φως του, όπως στην Ανάσταση. Ξεγελιούνται και οι Μάγοι από το δυνατό φως, δεν ξέρουν προς τα πού να πάνε τα δώρα τους, το χρυσό, το λιβάνι και την σμύρνα. Α, την σμύρνα. Εσπευσμένα χρειαζόμαστε λίγη σμύρνα. Κάτι έχει χαλάσει. Τον τελευταίο καιρό δεν μυρίζει ωραία. Τα αδέσποτα λαγωνικά έχουν φύγει. Αλυχτούν αλλού. Ψάχνουν κι αυτά ένα σπήλαιο.

Οι Τρεις Μάγοι περιπλανιώνται χαμένοι στις γειτονιές μας και τα προάστεια. Οι απόγονοι του προφήτη Βαλαάμ, στην έρημο της πόλης μας. Βαδίζουν ένας ένας στην σειρά, έτσι όπως τους τοποθετούμε πλάι στην φάτνη, σπίτι μας. Ώσπου διασταυρώνονται με την Κάθοδο των Μυρίων της εποχής μας, τους ανέργους. Απόγονοι άλλου ένδοξου παρελθόντος αυτοί. Όντας μόνο τρεις, οι Μάγοι κάνουν στην άκρη να περάσει το πλήθος των ανθρώπων που δεν έχουν δουλειά κι ως εκ τούτου δεν έχουν να προσκομίσουν δώρα. Οι Μάγοι τούς παρατηρούν, μαθημένοι να διαβάζουν τ’ άστρα. Κάνουν στροφή και τους ακολουθούν. Βαδίζουν πίσω από τους ανέργους μας πατώντας προσεκτικά στο χνάρι της πατημασιάς τους ώστε να μην μείνει ίχνος από τον μύθο στο πέρασμά του. Μια αχνή στοργή μόνο νιώθουμε όταν οι Μάγοι μάς προσπερνάνε, σαν χάδι του νοτιά, και αναρωτιόμαστε στο καταχείμωνο από πού ήρθε. Κοιτάμε ψηλά. Οι Μάγοι μάς έκαναν και κοιτάμε αισιόδοξα. «Καλά Χριστούγεννα!» ευχόμαστε στον διπλανό μας. Μαγικά νιώθουμε ότι η ευχή μας θα πιάσει, γι’ αυτό την επαναλαμβάνουμε δεξιά κι αριστερά. Λέγοντάς την συνειδητοποιούμε ότι δεν χρειάζονται πολλά, μια πνοή του νοτιά αρκεί, για να ξανααισθανθούμε ευτυχισμένοι.

Χωρίς φέτος ευδιάκριτο Άστρο της Βηθλεέμ να τους οδηγεί, οι Τρεις Μάγοι τείνουν το αυτί να πιάσουν βρεφικό κλάμα, να οδηγηθούν σαν μάνες προς το νεογέννητο. Έστω να βρουν έτσι το Θείο Βρέφος. Όμως κλάματα ακούν όπου κι αν στραφούν. Με τους χιτώνες και τις κάπες τους περιστρέφονται γύρω γύρω, σαν να τυλίγουν γύρω από το σώμα τους κι αυτοί μια μη ορατή αλυσίδα από λαμπιόνια. Ασφυκτιούν! Έως και οι Μάγοι ασφυκτιούν! (Χαίρεται το δέντρο.) Ο γέροντας Μελχιόρ, ο νεαρός Γάσπαρ και ο μελαψός Βαλτάσαρ περιστρέφονται ανεμίζοντας τα δώρα τους στον αέρα για να μην χαλάσουν, μην και τα καταπιεί η δίνη της περιστροφής και των καιρών, και σαρώνουν ήχους, όμως από παντού φτάνει ως αυτούς ήχος από κλάμα. Το βουβό, συμφωνούν, είναι το πιο εκκωφαντικό. Αφήνουν τα δώρα κάτω και με τις παλάμες τους κλείνουν τα αυτιά τους. Φέτος δεν θα έχει ο Χριστούλης δώρα.

Ούτε ο Βασιλάκης ούτε ο Κωστάκης ούτε το Κατερινάκι θα έχουν δώρα, Μάγε.

Ο Βαλτάσαρ μάς τείνει την σμύρνα.
(Το δώρο του να πιάσει τόπο.)
Σπρώχνουμε μαλακά τα βρέφη μας προς τα εκεί.

Το φως δεν κατάφερε να κρύψει την τόσο μεγάλη, μαζεμένη λύπη! Όπως το υποσχέθηκε, η λύπη θα παριστάνει την χαρούμενη. Σε πολλά σπίτια, φέτος, ο σάκος του Άη Βασίλη είναι ένας πεταμένος μαύρος πλαστικός των σκουπιδιών.

Σκέψη στο περιθώριο
Να ευχηθώ Καλά Χριστούγεννα!

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Μήπως ανήκω σε λάθος πλανήτη;



Μμμμ, δεν ανήκω σε λάθος πλανήτη. Κι αν, πες, ανήκω, είναι και άλλοι στον ίδιο πλανήτη, άρα μια χαρά θα περάσουμε!

Από αυτή την Τετάρτη, κάθε Τετάρτη το http://www.booknights.gr/ θα δημοσιεύει κι ένα ακόμη κείμενό μου αφιερωμένο στην ανεργία. Έτσι, όσοι ενδιαφέρεστε για το θέμα, τώρα μπορείτε κι άλλο εύκολα να βρίσκετε στο διαδίκτυο τα κείμενα της συλλογής. Απλώνοντας το χέρι σας. Με ένα απαλό κλικ στο «ποντίκι» σας.

Οι επισκέπτες του Booknights, όπως λέει και το όνομα, είναι του βιβλίου και της νύχτας... εξαιρετική ώρα για διάβασμα ή για αναμάσημα, τότε που δουλεύονται οι σκέψεις μας. Με το Booknights και τους φίλους του παρέα, σίγουρα δεν μπορώ να μιλάω για μοναξιά στον πλανήτη.

Σας καλωσορίζουμε κι εσάς.

Μήπως ανήκω σε λάθος πλανήτη;

Είναι πολύ πιθανό να αναρωτηθούμε κάποια στιγμή όταν μείνουμε άνεργοι, ιδιαίτερα αν παραμείνουμε για καιρό, μήπως ανήκουμε σε άλλον πλανήτη. Η υποψία κάθεται ήσυχα πίσω από την πόρτα μας, αόρατη, από την πρώτη μέρα «μετά την τελευταία μέρα στη δουλειά μας», και παραμονεύει πότε η αμφιβολία θα χτυπήσει και τη δική μας πόρτα, να πεταχτεί να της ανοίξει.

Έτσι και της ανοίξει, έκλεισε το «πριν» που ξέραμε. Θα αλλάξει η οπτική μας ματιά και στην συνέχεια η οπτική μας πλευρά. Μετά, αφού τα βλέπουμε διαφορετικά, θα ζούμε διαφορετικά. Αλλάζει ο τρόπος ζωής μας. Αλλά πριν από αυτό υπάρχει ένα πολύ σπουδαίο στάδιο: αλλάζει ο τρόπος που επιθυμούμε να ζήσουμε το μέλλον μας.

Το πέταγμά μας προς έναν άλλον πλανήτη εκτός της παρούσας Γης, ξεκινάει με την αρχική αίσθηση ότι μόνο εμείς δεν περνάμε καλά σε αυτόν τον κόσμο όταν όλοι γύρω μας φαίνεται να περνάνε καλά ή έστω καλούτσικα. Ότι τα έχουν βρει «μια χαρά» με τη ζωή τους, ενώ για μας έχουν περισσέψει «οι δυο τρομάρες».

Αρνούμενοι τον πλανήτη μας, αντιδρούμε στον τρόμο του παρόντος και στον τρόμο του μέλλοντος. Ενός φοβερού και τρομερού μέλλοντος που θα είναι όπως το ...παρόν!

Χωρίς δουλειά – χωρίς λεφτά – χωρίς επαγγελματική ικανοποίηση.

Συνηγορεί η πικρή αίσθηση της εγκατάλειψης που αποκτούμε ως αποκαρδιωμένος άνεργος, μήπως κανείς δεν εργάζεται για μας, ούτε καλά-καλά (παραγωγικά, κρινούμενοι εκ του αποτελέσματος) αυτοί στις εταιρείες, φορείς και υπουργεία που η δουλειά τους είναι η δική μας δουλειά. Διεγείροντας, κι αυτή, το αισθητήριο του τρόμου: ότι το φοβερό και τρομερό παρόν θα γίνει μέλλον!

Υποψία την υποψία, αμφιβολία την αμφιβολία, αρχίζουμε λοιπόν να αισθανόμαστε ενοχλητικά για τον πλανήτη που πατάμε. Η ανησυχία μας ενοχλεί τον διπλανό μας. Απειλεί την ησυχία του. Ευνόητα σηκώνει τα χιλιάδες δάχτυλά του. Δαχτυλοδειχνόμαστε ως πολλά –αντι και ακόμη περισσότερα α-. Φυγοκεντρικά πεταγόμαστε έξω από την τροχιά του περίγυρού μας. Κλείνουμε την πόρτα του εαυτού μας που άνοιξε τόσο απερίσκεπτα η υποψία, και μένουμε εκεί.

Εκεί μένουμε πλέον. Καλώς ήλθαμε!

Ανεξάρτητα από το αν αυτός ο πλανήτης είναι για μας λάθος ή εμείς λάθος για αυτόν τον σωστό πλανήτη, μένει το αποτέλεσμα της διανοητικής τριβής: η αστρική σκόνη που μας καλύπτει, φωτεινούς όσο κατάκοπους, κατά την αιώρησή μας προς ένα νέο πλανήτη όπου πλέον «μια χαρά» θα ανήκουμε, ανοίγοντας αιωρούμενοι το δρόμο μας προς αυτόν, μαλακά, ανάμεσα σε κομήτες, δορυφόρους και απωλεσθείσες ψυχές.

Αν είστε κι εσείς κοσμικοί τύποι, θα χαρείτε που θα ανακαλύψουμε, σαν φτάσουμε, ότι δεν πρόκειται για απάτητο πλανήτη ερημονήσι.

Κι ούτε για νεογνό πλανήτη χωρίς Γνώση.

Της παλιάς Γης μας οι ειδήσεις, οι εφημερίδες, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, το δημόσιο νοσοκομείο, η εθνική οδός, η τράπεζα, η Εφορεία, το συνεργείο αυτοκινήτων, το πλοίο της γραμμής, το γήπεδο, οι θρησκευτικές εμποροπανήγυρεις ... τίποτα δεν θα είναι για μας στο εξής ίδιο.

Με τις πλανητικές συζητήσεις, αλλάξαμε τον ρου της ιστορίας μας.

(Και ενδεχομένως και την ιστορία των παιδιών μας, αφού κατοικούν όπου εμείς.)

Σκέψη στο περιθώριο
Υπάρχει ζωή κι εκτός πλανήτη Γη. (Συμφωνούν και οι επιστήμονες.)


Το κείμενο «Μήπως ανήκω σε λάθος πλανήτη;» όπως και προηγούμενα (και επόμενα) μπορείτε να το βρείτε και στο NEXTOK. Αναρτήθηκε τη 12/14/2010.

Δεν πρόκειται για απάτητο πλανήτη ερημονήσι.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Ο χαμένος χρόνος ζητάει θέση εργασίας

Ο χαμένος χρόνος

Ο χρόνος, τικ-τακ, κυλάει μπροστά. Τρέχει με σταθερό ρυθμό, δεν επιταχύνει, δεν επιβραδύνει, δεν σταματά να δέσει τα κορδόνια του. Ο χρόνος είναι κουρδισμένος για ισιάδες, δεν λαχανιάζει, δεν τον παίρνουν οι κατηφόρες. Τικ-τακ βαδίζει και θυμάται να κροταλίζει τις ώρες.

Η δουλειά του χρόνου είναι να τρέχει. Μπροστά.

Για μας, τους εργαζόμενους χωρίς δουλειά, ο χρόνος σταμάτησε. Βάζουμε το ρολόι μας κοντά στο αυτί. Ακούμε τον χρόνο στάσιμο. Σταμάτησε και μας αφουγκράζεται κι αυτός. Περιμένει από μας το πρώτο βήμα, την πρώτη κίνηση. Να ξεκινήσει πάλι να εργάζεται. Τικ-τακ να συλλέγει εργάσιμες ώρες. Να προχωράει εμπρός. Συμβαδίζοντας με τον χρόνο μας.

Σταματάει ο χρόνος για μας, συνεχίζει για τους άλλους. Μας αφήνει πίσω. Γιατί με προσπερνάς, χρόνε; Τρέξτε, μην μείνετε πίσω μεσήλικες με νεαρές εργατοώρες. Μην αφεθούμε πίσω από τους άλλους εργαζόμενους που συγχρονίζουν τα ρολόγια της δουλειάς τους με τα ρολόγια της ηλικίας τους.

Χαμένος χρόνος. Κρίμα! Η ζωή, λαχταριστή, περνάει πλάι μας. Την σκουντάει καροτσάκι παγωτατζή ο χρόνος. Συνεχίζει και η ζωή την πορεία της, κι αυτή ασταμάτητα. Από το παράθυρό μας τους βλέπουμε να διασχίζουν την αυλή μας. Πίσω τους, εργατική κινητοποίηση. Για μένα και για σας, εργατική ακινησία. Πέφτει η νύχτα. Ξημερώνει η εργάσιμη νέα μέρα, ολική έκλειψη ηλίου για μας. Μέσ’ στη σιωπή της ολικής νύχτας μας, ακούγεται το τικ-τακ του χρόνου του εργαζόμενου γείτονα.

Ο αναστεναγμός μας ξεκινάει, «τικ», και μένει ατελείωτος, έχασε το «τακ» του, γιατί δεν έχουμε χρόνο.

Υπάρχει χρόνος; Οι νεαρές εργατοώρες μας ήδη κρύβονται από ντροπή πίσω από τις πρώτες άσπρες τρίχες μας. Ένας εργαζόμενος έφηβος σε κορμί μεσήλικα. Κάτι δεν φαίνεται σωστό! Κάτι δεν πάει καλά! Μπερδεύτηκε ο χρόνος; Ή η ζωή είναι που τα έκανε θάλασσα; Τικ-τακ δεν μπορεί να τρέξει μακριά μας μόνο να βαδίζει σταθερά μπροστά. Κι αυτό κάνει. Μας αφήνει πίσω. Ο χρόνος μάς εγκαταλείπει. Περνώντας, η ζωή μας πασπαλίζει με λίγη Σοφία που της βρίσκεται. Δώρο για την εγκατάλειψη.

Από το καραβάνι που ακολουθεί τον χρόνο, οι εργατοώρες των παλιών μας συναδέλφων στη δουλειά κουνούν το χέρι αποχαιρετώντας τις δικές μας που στέκονται - στάσιμες - στο πλάι μας. Συλλέγουμε σκόρπια ένσημα από το έδαφος, ξερά φύλλα, για πότε ήρθε για μας το Φθινόπωρο! Τι κρίμα που ο χρόνος για μας δεν θα έχει Άνοιξη! Αλλά προχώρησε, τικ-τακ, και μας προσπέρασε. Βλέπουμε το γεμάτο σακίδιο στην πλάτη του χρόνου και την σκιά του να φεγγίζει σαν αύρα, σαν φάντασμα, σαν χαμένο όραμα. Γύρω του χορεύουν νυμφίδια εργατοώρες, τρελαμένες από την πολλή δουλειά, χορτάτες νύμφες και βαρύθυμα ουρί του παραδείσου, ενός χαμένου Παράδεισου σε έναν κόσμο που μας άφησε.

«Λοιπόν, κορίτσια,» λέω στις εργατοώρες μου, «ας ξεκινήσουμε». Βαδίζουμε προς τα πίσω, το εμπρός μάς είναι απαγορευμένο. Βαδίζω προς την αφετηρία μου. Ελπίζω σε νέα αρχή; Περπατώντας πετάω στους πέντε ανέμους τις επαγγελματικές προοπτικές μου. Έτσι κι αλλιώς τόσο λίγες μου είναι άχρηστες.

Οι εργατοώρες μου με ακολουθούν ανέμελα πηδώντας κουτσό.

Σκέψη στο περιθώριο
Ο χρόνος είναι χαμένος μόνο για όσους είναι διατεθειμένοι να χάσουν τον εαυτό τους.




Εάν σας ενδιαφέρουν τα κείμενά μου για την ανεργία, θα βρίσκετε συχνά νέα θέματα στον αέρα. Μπορείτε να διαβάσετε το "Γιατί κλαίει ο μπαμπάς, μαμά;" στο http://www.theseanation.gr/news/lifestyle/giati-klaiei-o-babas.htm και στο Νextok.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Μικρά κείμενα ψάχνουν θέσεις εργασίας.

Υπάρχουν κάποια κομμάτια από τον εαυτό μας που, όσο εξωστρεφής ή παρορμητικός κι αν είσαι, δυσκολεύεσαι να τα βγάλεις ακόμα κι όταν είναι η ώρα τους να βγουν. Κάπως έτσι την έπαθα κι εγώ. Ακούγοντας και διαβάζοντας όλα αυτά τα πολλά και πικρά επίκαιρα για την ανεργία που ακούτε και διαβάζετε κι εσείς, για εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους ή που απειλείται η θέση τους και σε αυτούς ασφαλώς συμπεριλαμβάνω τους νέους στο αγωνιώδες κυνήγι τους για την πρώτη τους εργασία, δεν έπαψα να σκέφτομαι ότι μου λείπει σε όλα αυτά το ανθρώπινο πρόσωπο της ανεργίας. Το πρόσωπο ...του κόσμου.

Ως τώρα, θαρρώ, έχουν ειπωθεί πολλά για τους ανέργους, αλλά ...πολύ λίγα γι’ αυτούς. Η ανεργία έχει πολλά πρόσωπα όμως, αν συμφωνείτε κι εσείς, έχει παραμεληθεί ένα: το ανθρώπινο. Όταν ο άνθρωπος γίνεται κωδικός σε ταμεία ανεργίας και ποσοστό σε στατιστικές, το ουσιώδες απουσιάζει, δεν νομίζετε;

Εργαζόμενη παλιότερα στη Διαφήμιση, σε επαγγελματικό κλάδο με τις μεγαλύτερες μαζικές μετακινήσεις στελεχών, ...τακτικά δεν ήμουν εργαζόμενη. Άνεργη μόνη μ’ ένα γάτο, άνεργη παντρεμένη, άνεργη μητέρα, χωρίς δουλειά για λίγο και για πολύ διάστημα, ναι, νομίζω ότι μπορώ να πω, με σοβαρότητα και ειλικρίνεια, ότι έχω καλή κακή πείρα.

Έτσι, ετοίμασα 92 mini κείμενα, επιφυλλίδες είναι ο όρος που τους ταιριάζει, όλα εντός του θέματος μα που έχουνε γραφτεί από μέσα προς τα έξω. Σαν γυρισμένη κάλτσα. Προσεγγίζουν, ή επιχειρούν να προσεγγίσουν τέλος πάντων, το θέμα της ανεργίας από την άλλη όψη. Από την μέσα όψη. Την ανθρώπινη. Καταδεικνύουν, σε όποιον ενδιαφέρεται, την εσωτερική πλευρά του προβλήματος. Το κομμάτι της φωτογραφίας της ανεργίας που λείπει.

Επιστράτευσα την λογοτεχνκή γραφή ως Εθελόντρια. Επειδή μπορεί και προσεγγίζει την ψυχή χωρίς να την πληγώνει. Ζητώ συγνώμη αν τυχόν δείξει παράταιρη η λογοτεχνική γραφή, αλλά δεν ξέρω άλλη...

(Εξάλλου, είμαι της γνώμης ότι η Λογοτεχνία δεν είναι ξένη.)

Αναρωτιόμουν, κι ίσως ακόμη κατά βάθος να το αναρωτιέμαι, τι μπορούν να προσφέρουν τα κείμενά μου αυτά. Δεν είμαι διστακτικός άνθρωπος, όμως τα εμπόδιζα να κυκλοφορήσουν έξω από το συρτάρι μου. Το θέμα της ανεργίας δεν είναι ένα αγαπητό θέμα στον κόσμο, πώς θα μπορούσε άλλωστε. Επιπλέον, τα κείμενα αυτά έχουν πράγματα μειλίχια δικά μου που ποτέ κανείς δεν είναι απόλυτα βέβαιος πως ήρθε η ώρα να βγουν στο φως.

Το αναρωτιόμουν ως τη μέρα που συνέπεσε να ακούσω από τρία στόματα τον ίδιο καλό λόγο. Της συμμετοχής. Η γλυκιά πρόθεση –συν. Συμμετέχω, συμπάσχω, συνεργασία, συναδελφικότητα... Μόνο με την κοινωνία δεν ταιριάζει καλά, εκεί γίνεται συγκοινωνία.

Αν αυτοί οι τρεις φίλοι με πείσαν ή αφέθηκα να πειστώ και λέω τώρα σαχλαμάρες, ελάχιστη σημασία έχει πια γιατί έχει γίνει, τα 92 κείμενά μου για την ανεργία με την σειρά ξεκίνησαν να βγαίνουν, ένα ένα σαν ροή παραγωγής μιας μηχανής που εργάζεται, και κυκλοφορούν ελεύθερα ...όπου τους βγάλει ο δρόμος τους: σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, σε μπλογκς, σε έντυπα... Κυρίως όμως κυκλοφορούν στα μέρη όπου μπορούν να πιάσουν αμέσως δουλειά: στο εργοτάξιο του νου και της καρδιάς.

Εάν ο δρόμος τους τα φέρει ως εσάς, παρακαλώ σπρώξτε τα στους φίλους σας. Να συνεχίσουν τον δρόμο τους στο δικό σας οδικό δίκτυο. (Εδώ του ταιριάζει που η κοινωνία γίνεται συγκοινωνία.) Για την συμμετοχή χρειάζονται δύο και περισσότεροι. Σίγουρα, πάντως, ακόμα ένας!


Σταδιακά, μπορείτε να τα βρίσκετε στις «Απόψεις» στην ιστοσελίδα του ΣΚΑΙ (http://www.σκαι.gr/ / Απόψεις ), στο μπλογκ http://nextok.blogspot.com/ της δημοσιογράφου Θεοδοσίας Κοντζόγλου και φυσικά εδώ στο μπλογκ μου. Και σε επιλεγμένα σημεία σε όλη την Ελλάδα!

Την αρχή έκανε το κείμενο "Όταν το επαγγελματικό κοστούμι κρεμιέται στην ντουλάπα". http://www.skai.gr/news/opinions/article/156899/otan-to-epaggelmatiko-kostoymi-kremietai-sti-doylapa-/ Και στο nextok.

Ακολουθεί, σαν αντίο για σήμερα, ένα επόμενο κείμενο ως τούτη την στιγμή άβγαλτο και ακυκλοφόρητο. Το αφήνω σε καλά χέρια. Τα δικά σας!




Ζητείται Υπέρβαση

Κουδουνίζεις σε μια χιονόμπαλα που κατηφορίζει την πλαγιά. Μετράς ανάποδα το ύψωμα κουδουνίζοντας «να βρω δουλειά – να βρω δουλειά – να βρω δουλειά». Κάπου κάποια στιγμή θα τερματίσεις. Στο «να», στο «βρω» ή στο «δουλειά». Θα αφουγκραστείς την ησυχία, θα αισθανθείς ασφαλής μέσ’ στην σιωπή και θα ξεμυτίσεις από την χιονόμπαλα στην αρχή δειλά ένα πόδι να ψαχουλέψει τον αέρα. Με αποστολή να διαπιστώσει εάν το περιβάλλον, κάτω εκεί στα χαμηλά, είναι αρκετά φιλικό, απαλό και πουπουλένιο. Για να υποδεχθεί έναν άνθρωπο όπως εσύ ταλαιπωρημένο από το πολύ «να βρω δουλειά», ξεπαγιασμένο από το χιόνι και ζαλισμένο από την κατρακύλα στην πλαγιά.

Η ανάβαση θα σε οδηγήσει στον Μύθο του Σίσυφου. Θα ανεβαίνεις, θα κατρακυλάς, θα ξανανηφορίζεις. Κουβαλώντας κάθε φορά στην πλάτη κι άλλα, νέα κούτσουρα και προσανάμματα: την παλιά σου τόλμη, τη δύναμη μιας πατημασιάς σου από περασμένη διαδρομή που σκόνταψε το πόδι σου στο χνάρι της, μια χειρόγραφη καρδούλα από νεανικό σου έρωτα, το κολιέ από πευκοβελόνες που ξεράθηκε αναμένοντας τον πιο λεπτό κοριτσίστικο λαιμό που ξέφυγε τρέχοντας να πάει να παίξει κουτσό, το φωτοτυπικό χαρτί που ανέχτηκε όλον εκείνον τον θυμό σου.

Όσο ο Σίσυφος σε παρακολουθεί στρίβοντας τσιγάρο, ψάχνεις τις τσέπες σου για άκαιρες επαγγελματικές σου κάρτες που πιστοποιούν μεγαλεία και αξιώματα. Τις ρίχνεις στην στοίβα με τα προσανάμματα και ξαναπαίρνεις την κατηφόρα κουδουνίζοντας.

Η Υπέρβαση δεν είναι Μύθος. Είναι ιστορικό ζητούμενο. Ο Σίσυφος χιλιάδες μυθικά χρόνια ανεβοκατεβαίνει. Επιτέλους ήρθες εσύ, μια ιστορική εποχή χωρίς δουλειά, να του κρατάς παρέα γεμάτος από ιστορίες επαγγελματικής ζωής και άλλες χαριτωμένες διηγήσεις με ηθικά διδάγματα. Ξεφυλλίζοντας τα διδάγματα, παίρνει αέρα το ήθος. «Λόγια του αέρα» σου λέει -ή δεν σου λέει;- ο Σίσυφος και σου παραγγέλνει με το άλλο δρομολόγιο σπίρτα. Στην κορυφή, έτοιμος για το τελευταίο κουδουνάτο κατρακύλισμα, ξέρεις πού ανήκεις.

Ανάβαση. Δεν είναι αρκετή για να φτάσεις πάνω. Υπέρβαση. Να ξεπεράσεις την κορυφή ώστε να φτάσεις στην κορυφή. Θα ξεπεράσεις την κορυφή και θα φτάσεις στην κορυφή. Στα πηγαινέλα σου κάπου στη διαδρομή έχασες ευτυχώς το Μέτρο. Το ανθρώπινο Μέτρο σου. Σου έπεσε από την τσέπη αλλά σκαλίζοντας μήπως το βρεις, στην ξηλωμένη φόδρα ξετρύπωσες το Υπέρ. Χωρίς το Μέτρο σου αδυνατείς να μετρήσεις πλέον την ανθρώπινη κορυφή σου, ξέφυγες. Σταμάτησες να μετράς την πλαγιά με κουδουνίσματα. Ανεβαίνεις υπερβαίνοντας τα όριά σου.

Τούτη τη φορά κουβαλάς στην πλάτη πάνω μαζί σου την Αυτοεκτίμησή σου, που την ανακάλυψες να κοιμάται κλαμένη από την εγκατάλειψή σου, και την Ελπίδα, που την ελευθέρωσες φυλακισμένη από την σκιά σου. «Σου ‘φερα και τα σπίρτα που μου ζήτησες, Σύφη (Σίσυφε)» του λες αλλά αυτός έχει πάρει φωτιά από την Ελπίδα, δεν έχει μάτια πια παρά μόνο για την Ελπίδα. «Άσ’ την κάτω, είναι δικιά μου» του λες έτοιμος να παλέψεις για την Ελπίδα σου. Η Ελπίδα, το κατάλαβες από το βάρος της, κυοφορεί ήδη το Μέλλον σου. Εδώ ψηλά, στην κορυφή, θα κάνει καλό στο βρέφος ο καθαρός αέρας, σκέφτεσαι όσο ανάβεις την πυρά να ζεστάνεις την καλή σου.

Σκέψη στο περιθώριο
Υπέρβαση (η) ουσ. [< υπερβαίνω] η πράξη του υπερβαίνω, διάβαση πάνω από κάτι /(μτφ.) ενέργεια πέρα από τα επιτρεπόμενα όρια. Υπερβατικός, -ή, -ό επιθ. / (φιλοσ.) ο σχετικός με τον υπεραισθητό κόσμο, που ξεπερνά την εμπειρία των αισθήσεων και είναι προσιτός μόνο με τη νόηση ή τη διαίσθηση. (Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος – Φυτράκης).
Νοέλ Μπάξερ

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Ένα πλοίο της δραχμής τι με έμαθε... (Με αφορμή μια βιβλιοπαρουσίαση)


Όταν ήμουν μικρή και πηγαίναμε στη θάλασσα στην Καβάλα, μου άρεσε να κάθομαι στην άμμο και να παρατηρώ τον μεγαλύτερο αδελφό μου τι έκανε με το πλοίο του. Ήταν ένα πλαστικό παιδικό πλοιαράκι με επίπεδη καρίνα και χωρίς κατάρτι, τίποτα ιδιαίτερο αν εξαιρέσει κανείς ότι είχε πολλά χρώματα η πλαστικούρα του. Δεν ήταν και κανένα σπουδαίο πλοίο δηλαδή. Αλλά ήταν αγορίστικο, ήταν μεγαλίστικο, ήταν του αδελφού μου, ήταν απαγορευμένο σε μένα αφού δεν ήταν δικό μου παιχνίδι, ήταν επομένως ποθητό!
Καθόμουν, λοιπόν, στην άκρη και με ενδιαφέρον παρακολουθούσα τον αδελφό μου που έσπρωχνε το πλοίο του μαλακά για να μην σηκώσει κυματάκι και μπάσει νερά και βυθιστεί. Τον έβλεπα επίσης πώς το παρακολουθούσε κι αυτός να φεύγει στο νερό και η κίνηση της θάλασσας να το ταξιδεύει προς την παραλία έξω ...όπου βρισκόμουν εγώ, πανέτοιμη να βάλω το χεράκι μου στο παιχνίδι του αδελφού μου. Πεταγόμουν να το πιάσω πριν το αναποδογυρίσει το τελευταίο κύμα, να το σώσω! Να του το σώσω για να καταλάβει ότι είμαι σημαντική βοηθός κι επιτέλους να με παίξει κι εμένα. Έτρεχα, λοιπόν, και με μεγάλη προθυμία το ξαναέσπρωχνα μέσα προς τον αδελφό μου ...με ολέθρια αποτελέσματα. Ίσως τότε να πρωτοέμαθα πως είναι δύσκολο, και επικίνδυνο, να πηγαίνεις κόντρα στο κύμα...

Δυο παιδιά ήμασταν που μας μάθαινε ένα πλοίο της δραχμής τη μαγεία του ταξιδιού στη θάλασσα. Και τους κινδύνους. Μεγαλώνοντας εμείς, τα παιχνίδια τούτα με το νερό μεγάλωσαν κι αυτά. Εξελίχθηκαν. Έγιναν φλούδες από πεύκα που τις δουλεύαμε με το σουγιαδάκι και τις μετατρέπαμε σε σκάφη. Σε κάποια κιόλας βάζαμε ιστία με πανάκια. Γενικά, ό,τι επέπλεε, μας έκανε. Η μάσκα για τη θάλασσα, να ξέρετε, επιπλέει ωραιότατα, είναι ασφαλέστατο καράβι. Ένα πέταλο από τριαντάφυλλο επίσης επιπλέει για κάμποση ώρα κι ας του βάλεις ένα κοχύλι επιβάτη. Το καλύτερο πλωτό μέσον, όμως, είναι τα «καπάκια» από τα βελανίδια. Αβύθιστα ακόμα και σε τρικυμία. Παραμένουν το αγαπημένο μου από τότε που ήμουν παιδί.

Από την χρόνια πρακτική εξάσκηση ναυπηγικής και ναυσιπλοΐας (πρέπει να σας πω ότι ποτέ δεν υπήρξα καλή εκπαιδευόμενη σε αντίθεση με τον αδελφό μου και τα άλλα παιδιά που έγιναν εξπέρ) κράτησα μία εικόνα: την εικόνα της θάλασσας με το πάσο της να μεταφέρει κάτι που της ακουμπάς μαλακά, σου το δείχνει πως δεν χρειάζεται βία. Το ότι αυτό πηγαίνει όπου η θάλασσα το πάει χωρίς αντίδραση, χωρίς τσαγανό, χωρίς πείσμα μού προξενούσε και συνεχίζει να μου προξενεί μεγάλη εντύπωση. Φέρνω «πάνω» την εικόνα του παιδικού πλοίου του αδελφού μου σαν ένα χρήσιμο μάθημα όποτε με αντίδραση, με τσαγανό και με πείσμα μού βγαίνει να εναντιώνομαι να αφήσω να με πάνε...

Αυτές οι σκέψεις μού ήρθαν χθες όσο καθόμουν σιωπηλή κι άπραγη κατά την παρουσίαση του Επισκέπτη του Ονείρου της Ελένης Κ. Τσαμαδού, αφού είπα αυτά που είχα να πω. Η ευχή που άκουσα ...θαρρώ εκατοντάδες φορές χθες, να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο, μου έφερε στο μυαλό την μελωμένη εικόνα του παιδικού πλοίου του αδελφού μου. Με τον μαγικό τρόπο που συμβαίνει, βρέθηκα πίσω ξανά στην θάλασσα με τον αδελφό μου και άλλους παιδικούς φίλους, όλα μας με μωβ χείλια ξεπαγιασμένα τόσην ώρα μέσα στο νερό, να παρακολουθούμε το πλοίο μας να το πηγαίνει η θάλασσα μακριά μας. Πολύς ο κόσμος χθες στον Ιανό. Όλοι μαζί παρακολουθήσαμε το νέο «πλοίο» της Έλεν να ξεκινάει το ταξίδι του, για καλή του τύχη, σε μια θάλασσα «λάδι». Με μία πνοή κινήθηκε το πλοίο, δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινο χέρι.

Από χθες, λοιπόν, πλέει το βιβλίο μακριά, πέρα από την Έλεν. Ταξιδεύει στο αναγνωστικό κοινό που σαν τη θάλασσα είναι απέραντο. Πολύ περισσότερο από «όσο φθάνει το μάτι κι ακόμα παραπέρα». Κάθε καινούργιος αναγνώστης του Επισκέπτη του Ονείρου σαν νέο κύμα ωθεί το βιβλίο λίγο πιο πέρα, ακόμα περισσότερο «στα ανοιχτά». Από εδώ, από την τότε αμμουδιά της Καβάλας, απ’ όπου δεν ξέρω αν έφυγα ποτέ, εύχομαι στη φίλη μου το «πλοίο» της να είναι καλοτάξιδο και πολυτάξιδο. Να της επιστρέψει σοφό φέρνοντάς της φιλιά, θερμούς χαιρετισμούς και πεσκέσια από πολλά λιμάνια-αναγνώστες!
ΥΓ. (Σε συνέχεια του προηγούμενου θέματος) Ναι, μετά την παρουσίαση μείναμε "για ένα ποτηράκι κρασί".

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Προετοιμάζοντας μια παρουσίαση. (Ακόμη ένα ποτηράκι!)


Προετοιμάζοντας μια παρουσίαση βιβλίου.
Μοιάζει να είναι απλό. Έτσι δείχνει. Μια βιβλιοπαρουσίαση φαίνεται εύκολη υπόθεση. Έλα όμως που δεν είναι! Θα σας πω αμέσως μερικούς λόγους για να με νιώσετε:

Πρώτον, δεν μπορείς να πεις όλο το βιβλίο σε μισή ωρίτσα. Όσοι το επιχείρησαν, απέτυχαν οικτρά. Κατέστρεψαν την μαγεία της ανάγνωσης κι έκαναν το κοινό από κάτω να χασμουριέται. Αναγκαστικά καλείσαι να κάνεις αυστηρότατη επιλογή εστιάζοντας σε ένα-δυο πράγματα από το έργο που όμως εσύ, ο νους που το δημιούργησε, το κατέχεις ως ενιαίο σύνολο. Είναι επομένως πολύ δύσκολο να το κόψεις σε κομμάτια σαν πασταφλόρα και να επιλέξεις ένα κομμάτι σε βάρος των υπολοίπων που νοστιμίζεσαι εξίσου.
Σ’ αυτό το στάδιο, δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, πάντως εγώ έχω καταναλώσει ήδη τα δυο πρώτα ποτηράκια κρασί για να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Ο τεμαχισμός έχει μια βιαιότητα. Επιπλέον, η επιλογή χωρίζει τα περιστατικά του βιβλίου και τους ήρωες σε επιτυχόντες και μη. Νιώθω άσχημα για τους ήρωες και τα ωραία περιστατικά που μένουν έξω. Και ενοχή νιώθω, επειδή τα άφησα εγώ, αν και καμαρώνω γι’ αυτά και μέλημά μου είναι να τα προστατεύω. Αυτά τα λυπημένα συναισθήματα δεν είναι καλός λόγος για να ξαναγεμίσει το ποτηράκι;
Όσο το κάνω, από τη φυσική μου διάθεση να τους έχω όλους ευχαριστημένους, υπόσχομαι ότι στην επόμενη βιβλιοπαρουσίαση του ίδιου βιβλίου θα δείξω άλλα μέρη κι άλλα αποσπάσματα. Τηρώ την υπόσχεσή μου, αυξάνοντας τον όγκο της δουλειάς κατακόρυφα. Κάθε φορά, σχεδόν φτου κι απ’ την αρχή.

Η επιλογή του τι θα πεις και τι θα αφήσεις, είτε σαν θεματικές ενότητες είτε σαν αποσπάσματα είτε ό,τι άλλο, θέλει πολλή σκέψη κι ένα μάτσο χαρτιά γιατί μάλλον θα χαλάσεις πολλά στο σβήνε-γράφε. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος πέραν πάσης αμφιβολίας ότι επέλεξες σωστά κι ότι δεν έκλεψες από τον αναγνώστη σου την χαρά του να ανακαλύψει τα καλά του βιβλίου χωρίς να τον προϊδεάσεις σαν δασκαλίτσα. Εκεί υπεισέρχεται και ο άλλος μπελάς: το πόσο μακριά θα φθάσεις στην διήγηση της πλοκής ώστε να μην χαλάσεις το σασπένς και τη γοητεία του ταξιδιού του αναγνώστη... Πόσο μακριά θα τον πας τον αναγνώστη μέσα στο βιβλίο;
Εμ έλα ντε! Το αποφασίζεις ξαναγεμίζοντας το ποτήρι σου...

Μόνο έναν τρόπο έχω βρει ως τώρα και θα τον μοιραστώ μαζί σας: Την ώρα που προετοιμάζω την βιβλιοπαρουσίαση κοιτάω να έχω νοερά τον αναγνώστη μαζί μου και σε συνεργασία, υποτίθεται, να κάνουμε τη δουλειά. Αυτός να μου λέει (!!) τι θα περίμενε να γνωρίσει από το βιβλίο ...αν το είχε διαβάσει. (Εννοείται ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται εύκολα αν δεν έχουν καταναλωθεί πριν τα ποτηράκια που είπαμε.)
Εκ δεξιών σου κάθεται ο υποψήφιος αναγνώστης και αριστερά σου έχεις τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου, ο οποίος, σαφέστατα, έχει κι αυτός άποψη. Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα, μια που αυτή η υπόθεση τον αφορά άμεσα. Όσο αυτοί οι δύο (αναγνώστης/ήρωας) επιχειρηματολογούν ή κάποιες φορές κιόλας διαπληκτίζονται, περιμένεις υπομονετικά να καταλαγιάσει η διαμάχη και να δεις πού θα γείρει η πλάστιγγα. Φυσικά, πίνοντας ένα ποτηράκι...

Εάν υπάρχει κεντρικός ήρωας κι όχι ένα μπούγιο από ήρωες, φαινομενικά τα πράγματα είναι πιο εύκολα: έχεις μ’ έναν να ασχοληθείς. Τι γίνεται όμως αν αυτός ο ένας είναι, παράδειγμα, σαν την Σουλτάνα Καπαγιαννίδου του «Τη Νύχτα Που Γύρισε ο Χρόνος», δηλαδή μια πολύπλοκη προσωπικότητα με δική της οπτική; Τότε σκούρα τα πράγματα!
Δεν είναι, βέβαια, μόνο οι ήρωες που σου βάζουν ένα σωρό δυσκολίες όταν πας να μιλήσεις γι’ αυτούς. Γιγαντιαία δυσκολία βρίσκω στο να παρουσιάσει κανείς την τεχνική της γραφής ενός βιβλίου. Ένα καλό παράδειγμα, οι τρεις χρόνοι του «Τη Νύχτα Που Γύρισε Ο Χρόνος» (το απόλυτο τώρα, το σύγχρονο και το παρελθόν) που προσπαθούσα κατά τη γραφή να τους πλέξω σαν την καλοκαμωμένη πλεξούδα της γιαγιάς (ειλικρινά αυτό είχα στο μυαλό μου), ...πώς το λες αυτό σε μια παρουσίαση; Θα νομίζουν ότι όταν ετοίμαζες την παρουσίαση τα είχες τσούξει!

Προετοιμάζοντας την άφιξη του Επισκέπτη του Ονείρου.
Η ευθύνη, πιστέψτε με, είναι μεγαλύτερη όταν αναλαμβάνεις να παρουσιάσεις το βιβλίο άλλου συγγραφέα. Νιώθεις όπως ο γονιός που του έχουν αναθέσει να προσέχει το παιδί κάποιου άλλου, οπότε είσαι διπλά και τρίδιπλα προσεκτικός.

Αν δεν θέλεις, όπως εγώ δεν θέλω, να ακολουθήσεις τον κλασικό δρόμο βιβλιοπαρουσίασης «αναφορά λίγο στην πλοκή και τι είπε το βιβλίο σε μένα», που μεταξύ μας κανέναν δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει τι είπε ένα βιβλίο σε μένα, αφήστε που αυτό ακυρώνει την αρχή ότι ο κάθε αναγνώστης βάζει τον εαυτό του στο βιβλίο, (δέκα αναγνώστες αν σου μιλήσουν για ένα βιβλίο, δέκα διαφορετικές ματιές θα βρεις, αυτό είναι το καλό), τότε εκ των πραγμάτων θα πρέπει να περιηγηθείς ψάχνοντας να βρεις μια στρωτή οδό που δεν την ξέρει ο πολύς ο κόσμος.
Δεν σου κάνει κόπο! Είναι διασκέδαση το να ανακαλύπτεις δρόμους. Έτσι τουλάχιστον το βλέπω, γι’ αυτό και δεν κουράζομαι εύκολα! Άμα, μάλιστα, έχεις καλή παρέα τον συγγραφέα του βιβλίου, η πορεία γίνεται ακόμα πιο ευχάριστη, ξεχνιέσαι και πας ακόμα πιο μακριά. Νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς είναι καθοριστικό για το καλό αποτέλεσμα, σε ό,τιδήποτε, να υπάρχει πολύ ή λίγο η προσωπική ευχαρίστηση. Δεν βρίσκετε;

Ο Επισκέπτης του Ονείρου είναι το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Κ. Τσαμαδού. Την Ελένη την εκτιμώ και σαν συγγραφέα και σαν άνθρωπο. Γνωριστήκαμε στον «Ψυχογιό» και κολλήσαμε. Με τον Επισκέπτη της συμβαίνει ό,τι ισχύει με τους φίλους όταν βλέπεις ένα παιδί τους χαρισματικό και τσακίζεσαι να το υποστηρίξεις. Απόλαυσα το βιβλίο, προσωπικά είδα τα χαρίσματά του και με μεγάλη μου χαρά θα βγάλουμε στο φως μερικά (!) στον Ιανό της Αθήνας στις 20 Οκτωβρίου, στην πρώτη του παρουσίαση.
Η Τέσυ Μπάιλα, η συγγραφέας και φωτογράφος, μάς αποθανάτισε με την Έλεν την ώρα που επιλέγουμε τα αποσπάσματα που θα απαγγελθούν κατά την παρουσίαση. Προσηλωμένες στη δουλειά μας, δεν πήραμε είδηση! Ευχαριστούμε την Τέσυ για το ενσταντανέ. Το «μια εικόνα χίλιες λέξεις» είναι πέρα για πέρα αληθινό: αν δεν μου είχε στείλει η Τέσυ τη φωτογραφία, δεν θα είχα γράψει σήμερα όλο αυτό το κατεβατό!

Μέχρι την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου έχουμε αρκετές ακόμη μέρες μπροστά μας για να δουλέψουμε με την Έλεν πάνω στην παρουσίαση του βιβλίου της και, φυσικά, να περάσουμε καλά. ...Για να σας προλάβω, μια χαρά αφορμή για να πιούμε ένα ποτηράκι!

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ατενίζοντας το επόμενο βιβλίο μου!



Δεν ξέρω αν συμφωνείτε όλοι, αλλά αυτό ήταν ένα ιδιότροπο καλοκαίρι. Δεν σου επέτρεπε να το πεις «καλοκαιράκι». Δεν είχε την απαραίτητη γλυκύτητα. Ούτε όμως και κύρος είχε ώστε να το πεις ότι ήταν πολύ σπουδαίο, ένα πολύ σπουδαίο καλοκαίρι. Ακόμη, ούτε κάτι ιδιαίτερο να θαυμάσεις επάνω του νομίζω ότι είχε, σε σημείο που να σου βγει από τα βάθη της καρδιάς σου «Να! Αυτό είναι καλοκαίρι!». Ήταν άχαρο και άνοστο σαν ντομάτα θερμοκηπίου.

Προσωπικά δεν θα το βάλω στο συλλεκτικό κουτί με τα αγαπημένα μου. Δεν μ’ αρέσουν τα καλοκαίρια που θέλουν την εσάρπα τους στους ώμους τις θερινές νύχτες που ιδρώνουν ως και οι ανεμιστήρες. Ή το άλλο, που στο καλοκαιρινό σουλάτσο στην παραλία επιμένουν, από το στραβό τους το κεφάλι, να πηγαίνουν κόντρα στον καιρό και στη διάθεση του κόσμου.

Παρ’ όλα αυτά εμείς τουλάχιστον (δεν ξέρω εσείς) πορευτήκαμε μαζί του μια χαρά. Οι τρεις μήνες της συγκατοίκησης υπήρξαν αρμονικοί. Με το «σεις» και με το «σας». (Όταν ξέρεις πως έχεις να κάνεις με ιδιότροπο, φυλάγεσαι!) Μαζέψαμε και φέτος τα κοχύλια μας, όπως κάθε χρόνο πάλι φέραμε πίσω βότσαλα (Θε μου, κι άλλα βότσαλα!) συν όλο αυτό το τζίτζιλο-μίτζιλο που του ταιριάζει η επιγραφή «αναμνήσεις από το καλοκαίρι μας».

Μαζί έφερα μπόλικη «δουλειά για το σπίτι», ένα βουναλάκι από σημειώσεις (μάρτυρας το μπλοκ σημειώσεων που διακρίνεται στη φωτογραφία, ...μεγάλο μπλοκ!), σκέψεις, ιδέες. Την συγκομιδή ενός παραγωγικού καλοκαιριού. Ευτυχώς κάμποση τροφή για να κρατήσω χορτάτο και ευτυχισμένο τον βουλιμικό Χειμώνα που φτάνει από στιγμή σε στιγμή.

Τώρα που το καλοκαίρι έγινε πεταλούδα, έγινε φθινοπωρινό φύλλο, κάτι έγινε, πάντως έφυγε..., ήθελα να ξέρετε πως επέστρεψα στη θέση μου. Από σήμερα εδώ είμαι πάλι και μπορούμε να επικοινωνούμε ξανά. Ήρθα ορεξάτη, με διάθεση να αλλάξω μυαλά σε έναν Χειμώνα που αυτός λέει πως δικαιούται, λόγω εποχής, να είναι γκρίζος και μουρτζούφλης μα εγώ θέλω να τον κάνω λαμπρό!

Εδώ είμαστε!

Σας χαιρετώ (προς το παρόν)
Νοέλ