Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Άλλο η μαμά μου κι άλλο ο μπαμπάς μου

Εάν είναι η μαμά αυτή που έχασε τη δουλειά της, ανεξάρτητα από το τι της συμβαίνει «προσωπικά», στα μάτια των παιδιών της ευνοείται σε σχέση με τον μπαμπά χωρίς δουλειά.

Το μοντέλο της μαμάς που έπαψε να εργάζεται, δεν ανατρέπεται στο σύνολό του. Το παιδί της παύει να βλέπει στη μαμά του την «εργαζόμενη μαμά» αλλά συνεχίζει να βλέπει την «μαμά-μαμά», την «μαμά-φίλη που παίζουμε μαζί», την «νοικοκυρά-μαμά που μας φροντίζει», την «μαμά-γυναίκα του μπαμπά» και τους πολλούς άλλους ρόλους-μαμά που έχει στην γκαρνταρόμπα της κάθε εργαζόμενη μητέρα. Δεν λήγουν αυτοί οι ρόλοι και στην καλύτερη περίπτωση επαυξάνονται λόγου διαθέσιμου χρόνου και ενέργειας.

Έτσι, δικαιολογημένα, ιδιαίτερα αν η άνεργη μητέρα έχει την ικανότητα και αντοχή οσιομάρτυρα να μην περάσει τα «προσωπικά» της προς τα κάτω στα παιδιά της, πολλά παιδάκια θα καταλήξουν ευχαριστημένα ότι τώρα είναι καλύτερα που η μαμά τους δεν εργάζεται. Θα ευχηθούν μάλιστα μπροστά της «μακάρι να μην πας ποτέ πάλι πίσω στη δουλειά» αγνοώντας τι της εύχονται.

Η μη-εργαζόμενη εργαζόμενη μητέρα είναι κοινωνικά αποδεκτή, ίσως και ευπρόσδεκτη, κι αυτό το αντιλαμβάνεται το παιδί. Βλέπει το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον της μητέρας του να την εκτιμάει ως «άξια» αν και δεν εργάζεται / αμείβεται. Σε αντίθεση με τον πατέρα του, εάν έχει το παιδί εμπειρία από πατέρα χωρίς δουλειά. Η ανελέητη για τον άνδρα σύγκριση είναι σύγκρουση με το κοινωνικό τείχος που γράφει απαξιωτικά graffiti για κάθε άντρα που δεν κυνηγάει μια δουλειά και δεν στηρίζει οικονομικά το σπίτι του.

Ο μπαμπάς που χάνει τη δουλειά του, είναι άλλη ιστορία. Κι ένα μικρό παιδί μπορεί να δει αυτό που βλέπει ο μπαμπάς του:

Βλέπει ότι αντί να λείπει στη δουλειά όπως «πριν», ο μπαμπάς του παίζει τα οικιακά και παίζει και τη μαμά, δύο άγνωστά του παιχνίδια «για κορίτσια». Το βλέπει ότι ο μπαμπάς του τα θεωρεί βαρετά, ότι του επιβλήθηκαν με το ζόρι ενώ αυτός άλλα κάνει όρεξη. Αντιλαμβάνεται ότι ο μπαμπάς του δεν ξέρει τι να κάνει τον χρόνο του που κανονικά θα έπρεπε να ήταν στη δουλειά.

Μυρίζει στον αέρα την έκρυθμη κατάσταση στο σπίτι. Βλέπει τον μπαμπά του να παίζει πλέον μόνο στο γήπεδο του σπιτιού του, που για κάποιους μπαμπάδες είναι ψιλοάγνωστο ή και αντίπαλο. Ακούει τον μπαμπά του να κατακρίνει την ελλιπή διαιτησία (Πολιτεία) και τον παρακολουθεί πώς διαβάζει με ικανοποίηση τα μύρια όσα κακά γράφονται γι’ αυτήν στις εφημερίδες. Βλέπει ότι ο μπαμπάς του δίνει έναν αγώνα με «εχθρικές» κερκίδες (κοινωνικό περιβάλλον) και πλήθος βαριεστημένους θεατές (τέως συνεργάτες, τέως φίλους) που χασμουριούνται όταν ο μπαμπάς του πέφτει.

Βλέπει τον μπαμπά του να δυστυχεί.

Αυτό που το παιδί δεν μπορεί να δει, γιατί είναι παιδί και δεν φτάνει μέχρι εκεί πάνω, είναι ότι αυτόν τον μοναχικό παίκτη μπαμπά του μπορεί κάτι καλό να τον περιμένει: Στην σύντροφό του, να τον περιμένει ο ένας αλλά φανατικός οπαδός που θα τον στηρίζει και εμψυχώνει κόντρα στο σκορ! Που ως «μαμά-στήριγμα της οικογένειας», θα έχει μαζί της φέρει τα παιδιά στο γήπεδο. Για να είναι όλοι μαζί στον αγώνα του μπαμπά.

Σκέψη στο περιθώριο
Όλοι για έναν, ένας για όλους!

Ένα ακόμη από τα κείμενά μου για την ανεργία

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Τι θα γίνει η αυριανή Πολιτεία όταν μεγαλώσει;

Ο νόμος της γονικής βαρύτητας αφορά και την Πολιτεία. Αφορά την σχέση της με την αμέσως επόμενη γενιά-Πολιτεία που θα τη διαδεχθεί.

Η επόμενη Πολιτεία θα έχει πάρει γονιδιακά χαρακτηριστικά της δικής μας Πολιτείας, όμορφα και λιγότερο όμορφα. Φοβούμαι πως ίσως έχει να πάρει και κάποια αναπηρία.

Μαζί με τα κινητά και ακίνητα, η αυριανή Πολιτεία που ήδη κυκλοφορεί σήμερα με καροτσάκι μπεμπέ, όταν ενηλικιωθεί θα έχει να κληρονομήσει επίσης νούμερα στατιστικά και ένα βαρύ ντοσιέ με φωτογραφίες ανέργων προγόνων.

Παίζοντας η μικρή Πολιτεία την «μεγάλη», αν μιμείται μια άνεργη Πολιτεία δεν θα μας βγει σε καλό. Τα παιδιά κάνουν το λάθος να κοπιάρουν κάθε τι «κακό» που βλέπουν. Μια άνεργη Πολιτεία δεν αποτελεί το σωστό μοντέλο. Ας ελπίσουμε ότι η μικρούλα θα διακρίνει στην Πολιτεία-μαμά της το καλό, το υγιές μοντέλο μιας Πολιτείας που εργάζεται και προκόβει.

Πέρα από μοντέλο προς μίμηση, η σημερινή Πολιτεία θα λειτουργήσει κι ως γονικό πρότυπο για την επόμενη χρονικά Πολιτεία. Συνειδητά, υποσυνείδητα και ασυνείδητα, η επόμενη Πολιτεία μας θα αντιγράψει από το πώς βάζει τα παπούτσια της η τρέχουσα Πολιτεία ως το πώς φροντίζει τα παιδιά της. Από το γονικό πρότυπο της μικρούλας Πολιτείας επομένως εξαρτάται η ψυχική υγεία της και η ψυχική υγεία μας.

Δεν θέλω να σας αγχώσω ούτε να σας πιέσω αλλά ήδη, αυτή την στιγμή, η Πολιτεία των παιδιών μας με επιτόπου πηδηματάκια για ζέσταμα στον στίβο της ζωής αναμένει να παραλάβει την σκυτάλη που θα της παραδώσει ασθμαίνουσα η Πολιτεία που τρέχει τώρα. Πάνω στην σκυτάλη είμαστε γαντζωμένοι κι όλοι εμείς, άνεργοι και μη. Μη ακόμη άνεργοι.

Σκέψη στο περιθώριο
Έχει ανοιχθεί τραπεζικός λογαριασμός για την επόμενη Πολιτεία, για όταν μεγαλώσει.

Από τα κείμενά μου για την ανεργία

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Η μαμά μου είναι ανισόρροπη

Το ρολόι της μαμάς σου, χρυσό μου, ήταν σεταρισμένο με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Το 1/3 της ημέρας της + χρόνος μεταφοράς ήταν δοσμένο στον εργοδότη της. Το άλλο 1/3 και βάλε ήταν αφιερωμένα σε σένα και τον μπαμπά. Και ό,τι περίσσευε για ύπνο. Αυτό οι μεγάλοι το λέμε «ισορροπία». Ισορροπία στο σκοινί αλλά η μαμά είναι τέλεια ακροβάτης! Όχι ... δεν δούλευε σε τσίρκο ... άσ’ το το πού δούλευε!

Λοιπόν, αυτό το 1/3 της δουλειάς τώρα, λίγο χιλιομαδημένο από την χρήση, της το έδωσαν πίσω και της είπαν «κάν’ το ό,τι θες. Εμένα δεν μου χρειάζεται άλλο». Αυτό το 1/3 του χρόνου της είναι που κρατάει αυτές τις μέρες στα χέρια της η μαμά σου και δεν έχει πολύ χώρο η αγκαλιά της και για σένα. Θα πρέπει να περιμένεις να το ακουμπήσει κάπου και, αν θέλεις αυτό να γίνει πιο γρήγορα, θα πρέπει, ματάκια μου, να τη βοηθήσεις.

Φαντάσου το έτσι, για να παίξουμε, ότι το 24ωρο της εργαζόμενης μητέρας είναι μια τραμπάλα. Στη μια θέση η οικογένεια, απέναντί της η δουλειά. Οικογένεια και δουλειά τόσα χρόνια έκαναν τραμπάλα μια χαρούλα. Πέρναγε ο καιρός. Μία η οικογένεια ψηλά στον ουρανό και η δουλειά στα κάτω της, μία αντίθετα, η οικογένεια έτρωγε το χώμα. Μέχρι που η Δουλίτσα κατέβηκε από την τραμπάλα κι έφυγε και δεν υπάρχει άλλο παιδάκι στις κούνιες τώρα. Τι να κάνουμε; Να κλαίμε; Δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνουμε πέρα από λουλουδάκια να μαδάμε στα παρτέρια; Δεν υπάρχουν άλλες Δουλίτσες, ε, μέχρι να ‘ρθουν, κάτι άλλο ωραίο θα βρούμε για να περάσουμε τον χρόνο μας!

Αυτό, το τι θα κάνουμε τώρα, μόνοι μας, χωρίς τη δουλειά της μαμάς, έλα να το βρούμε μαζί. Θέλω να με βοηθήσεις να φτιάξουμε τη μέρα της μαμάς από την αρχή, κρατώντας το 1/3 της Δουλίτσας για πάρτη μας. Μην είμαστε χαζοί. Εάν, τότε, περνάγαμε καλά με τον χρόνο που είχε η μαμά για την οικογένειά της, θα περάσουμε δυο φορές καλά τώρα που έχει δυο φορές χρόνο!

Μην κρίνεις τη μαμά με το πώς είναι αυτές τις μέρες, καρδούλα μου. Την σκούντησαν στη δουλειά και παραπατάει. Θα ξαναβρεί την ισορροπία της. Θέλει τον χρόνο του το πράγμα. Εσύ, όταν ματώνεις το γόνατό σου, θυμάσαι πόσες μέρες μετά μού ζητάς τσιρότα; Στο τέλος όμως πάντα γίνεσαι καλά! Σου μένει σημάδι, αλλά είσαι καλά. Έτσι θα συμβεί και με τη μαμά!

Σκέψη στο περιθώριο
Ο μπαμπάς σου να δεις, χρυσό μου, πόσο θα ήταν ανισόρροπος!

Από τα κείμενά μου για την ανεργία

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Όταν το επαγγελματικό κοστούμι κρεμιέται στην ντουλάπα

Επιστρέφεις λοιπόν στο σπίτι, λες ένα βαρύ «γεια» αν υπάρχει κανένας να σε ακούσει και πας στην κρεβατοκάμαρά σου να αλλάξεις ρούχα. Να βάλεις «κάτι για το σπίτι». Κρεμάς το κοστούμι / ταγιέρ που φοράς στο γραφείο, στην άδεια κρεμάστρα που το περιμένει.

Η κρεμάστρα θα έχει τη χαρά να μην το στερηθεί την επόμενη μέρα. Ούτε την επόμενη εβδομάδα. Αν είναι τυχερή, θα το κρατήσει για όλη την σεζόν.

Εάν η διακοπή της εργασίας είναι παροδική, μια ανάπαυλα ανάμεσα σε δύο δουλειές ας πούμε, η ζωή στη ντουλάπα σας δεν αλλάζει ρυθμό. Δεν προλαβαίνουν να ξεμάθουν τα άδεια μανίκια την αφή της σάρκας σας.

Όταν η παύση είναι διαρκείας, τότε τα πράγματα -και στην ντουλάπα- αλλάζουν. Το πρώτο κοστούμι/ταγιέρ στην σειρά, οπισθοχωρεί. Χάνει έδαφος και, κρεμάστρα-κρεμάστρα, μέρα-μέρα, υποχωρεί προς την αθέατη πλευρά των ρούχων, παρασύροντας, ντόμινο, τα σε ακόμη χειρότερη θέση θύματα δεύτερο και τρίτο επαγγελματικό κοστούμι/ταγιέρ. Χωρίς να έχετε ασφαλώς την πρόθεση, γίνεστε ο δράστης, ή παρατηρητής, μιας ολοκληρωτικής ανταλλαγής πληθυσμών ανάμεσα στα ρούχα σας, που όπως όλες στην Ιστορία οφείλονται σε οικονομικά αίτια. Τα πουκάμισα με λευκό κολάρο σκουντιούνται πίσω από επιθετικά καρό πουκαμισάκια. Η μετατόπιση είναι πολιτισμική.

Δεν αργεί η μέρα που όπως ξεφυλλίζετε τα ρούχα σας στην ντουλάπα, ξεκινώντας το βλέμμα σας την καθιερωμένη του πτήση αναγνώρισης από αριστερά ή δεξιά, βρίσκεστε μπροστά σε μια Νέα Ντουλάπα όπου δεσπόζει το κάζουαλ.

Ανάλογη κατάσταση επικρατεί και στα παπούτσια. Οι γόβες-στιλέτο, που έχουν λιώσει αποτσίγαρα και αποτσίγαρα με χρυσό περιλαίμιο, που έχουν σκίσει μοκέτες και μοκέτες, που έχουν βυθιστεί σε δερμάτινα ανδρικά μοκασίνια και μοκασίνια, άοπλες, παραδίδονται σε ένα λόχο μπαλαρινέ παπουτσιών σε ευδιάθετα χρώματα που προκαλούν σε όποια τα φοράει απροσδιόριστη ευεξία.

Υπάρχει ένα τυχερό επαγγελματικό κοστούμι-ταγιέρ που γλιτώνει την προσφυγιά. Είναι αυτό που επιλέξατε για τις συνεντεύξεις σας σε υποψήφιους νέους εργοδότες. Ονομάζεται «η φορεσιά των ίντερβιους». Ποιος είναι ο τυχερός, προδίδεται από τη θέση του στην ντουλάπα. Τιμητική θέση. Εξέχουσα. Σε απόσταση από τον συνωστισμό της πλέμπας κρεμαστρών, για να παραμείνει ατσαλάκωτο.

Αγνοούν τα απορριφθέντα κοστούμια/ταγιέρ, ότι η «φορεσιά των ίντερβιους» δεν περνάει και πολύ καλά μαζί σας στα ίντερβιους. Στο κουτσομπολιό των ρούχων που αρχίζει με το που κλείνετε την πόρτα της ντουλάπας σας, αμελεί μεγαλόψυχα να σας περιγράψει στα άλλα ρούχα ότι στις συνεντεύξεις είστε αγνώριστος, ένα σουρωτήρι εφίδρωσης.

Η εκδίκηση των άλλων επαγγελματικών κοστουμιών/ταγιέρ δεν θα αργήσει. Αργά ή γρήγορα θα έχουν τη χαρά να το χλευάσουν φορεμένο σε ένα σώμα ένα-δυο νούμερα μεγαλύτερο.

Κι εσείς στον καθρέφτη το ίδιο θέαμα θα δείτε. Τον εαυτό σας που το ‘χει ρίξει στο φαΐ, να φοράει το βαφτιστικό του επαγγελματικό κουστουμάκι που κουμπώνει με δυσκολία. Αν έχετε καλή μνήμη και σας αρέσουν αυτά, δεν θα σας ξεφύγει η ανάμνηση του εαυτού σας παιδί όταν σας έπαιρνε η μαμά σας από το χέρι για την αγορά λέγοντας «μεγάλωσε το γαϊδουράκι – μίκρυνε το σαμαράκι».

Με την επάνοδό σας στη δουλειά θα γίνει αυτόματα και η επάνοδος των επαγγελματικών κοστουμιών/ταγιέρ ξανά στην εμπροσθοφυλακή. Ολική επαναφορά με νέα πολιτισμική μετατόπιση των αντίπαλων πληθυσμών της ντουλάπας. Το κάζουαλ θα καταποντιστεί ξανά στο Σαββατοκύριακο.

Αν αυτή η μάχη δεν γίνει σύντομα, που σημαίνει ότι η ανεργία γίνει χρόνια, παραμονεύει ένας άλλος επικίνδυνος κίνδυνος να τρυπώσει στην ντουλάπα σας: Η Μόδα. Θα πετάξει τα επαγγελματικά σας ρούχα όχι ως πρόσκαιρα αζήτητα αλλά ως, στο εξής, μόνιμα ξεπερασμένα. Επαγγελματικά «ντεμοντέ».

Σκέψη στο περιθώριο
«Η μόδα επιστρέφει» και «τα ρούχα δεν κάνουν τον άνθρωπο». Λένε.

Το πρώτο μου κείμενο για την ανεργία

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Όταν μεγαλώσω θα γίνω άνεργος σαν τον μπαμπά και την μαμά

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ξεκινάει από το σπίτι του παιδιού. Η δουλειά του μπαμπά και της μαμάς είναι τα πρώτα επαγγέλματα που το παιδί γνωρίζει σε βάθος. Εάν μάλιστα αντιληφθεί ότι πρόκειται για «σπουδαία» επαγγέλματα, από τον παιδικό σταθμό κιόλας δηλώνει ότι θα γίνει το ίδιο όταν μεγαλώσει. Αναζητώντας το μερτικό από την χρυσόσκονη που του αναλογεί στην οικογενειακή μερίδα.

Πιο σημαντικό από το όνομα του επαγγέλματος νομίζω πως είναι η «υπόσταση» επαγγέλματος. Από τότε που το παιδί γεννιέται σχηματίζει εικόνες με τα φανερά πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δουλειάς που «έρχεται στο σπίτι». Το παιδί ανέργων είναι προφανές πως μη έχοντας ανάλογες προσλαμβάνουσες στερείται της δυνατότητας αυτής.

Τα παιδιά με την μέθοδο του παζλ, ξεκινώντας με παζλ για νήπια, εκείνα με τα μεγάλα κομμάτια, και συνεχίζοντας με όλο και μικρότερα κομματάκια, σιγά-σιγά συνθέτουν, χρόνο-χρόνο αναπτύσσουν, σταδιακά ολοκληρώνουν και, τέλος, αποκαλύπτουν την εικόνα του επαγγέλματος του γονέα. Που τους αρέσει και την κορνιζάρουν στο μυαλό τους με το μελλοντικό τους πτυχίο, ή δεν τους αρέσει και δεν ξανασχολούνται.

Εννοείται πως η εικόνα του επαγγέλματος του γονέα δεν έχει να κάνει μόνο με εμφανή εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως το επαγγελματικό ντύσιμο και το «πώς» («διαφορετικά») μιλάμε στο τηλέφωνο. Αόρατα κομμάτια παζλ συνθέτουν την εικόνα μιας άυλης εργασιακής συμπεριφοράς: του πνεύματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος και της εργασιακής αύρας ανεξαρτήτως επαγγέλματος.

Το παιδί ανέργων δεν έχει εικόνα. Δεν μπορεί να παίξει παζλ.

Η ικανοποίηση της εργασίας και η χαρά της επαγγελματικής προόδου ανήκουν βέβαια κι αυτά στο παζλ που το παιδάκι ανέργου δεν μπορεί να δει. Δεν τα ξέρει, δεν αναζητάει να τα μιμηθεί «μεγάλος» αφού δεν ξέρει να τα αναζητήσει, αγνοεί πώς να τα χειριστεί αργότερα ως ενήλικας. Μια ολοφάνερη δυσκολία το περιμένει όταν με την πρώτη του δουλειά τού ζητηθεί να συμπεριφερθεί ως «εργαζόμενος». Ξεκινώντας από τα βασικά, όπως να μπει σε σφιχτό εργασιακό πρόγραμμα ενώ είναι μαθημένος ο χρόνος να τρέχει ελεύθερος. Ή ουρανοκατέβατα να του τεθούν από την μια στιγμή στην άλλη αυστηρές προθεσμίες, στον ευέλικτο τρόπο ζωής που έμαθε από το σπίτι του.

Για το παιδί εργαζόμενου, όμως, αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του παζλ. Του δόθηκε στο χέρι ως απάντηση όταν ρώτησε «μπαμπά και μαμά, γιατί να πάτε σήμερα πάλι στη δουλειά και δεν κάθεστε σπίτι να παίξουμε;».

Το παιδάκι αυτό πλεονεκτεί και σε κάτι άλλο ανήκοντας σε εργασιακή οικογένεια. Έχει μεγαλύτερη ευκαιρία από τον «συμμαθητή με άνεργο γονέα» να αξιοποιηθούν από μικρή ηλικία κλίσεις και χαρίσματα. Το καθοριστικό για το μέλλον αυτού του τυχερού παιδιού είναι ότι την ευκαιρία αυτή να ανακαλυφθούν και αξιοποιηθούν οι κλίσεις και τα χαρίσματά του εν υπνώσει, την έχει και ο γονέας του παιδιού και μπορεί να χρηματοδοτήσει την αφύπνισή τους.

Κι αν όλα αυτά θεωρηθούν λόγια και μελλούμενα, ας μην πάμε μακριά, ας πάμε μια βόλτα σε ένα τυχαίο θεατρικό παιχνίδι στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Το παιδάκι ανέργου ξεχωρίζει από τα «άλλα» της ομάδας γιατί, στερούμενο άλλων επαγγελματικών μοντέλων, επιλέγει μόνιμα να παίζει «τη δασκάλα» και «τον παιδίατρο». (Εκτός αν η δασκάλα και ο παιδίατρος είναι οι γονείς του.)

Τον χειρότερο ρόλο σε αυτό το θεατρικό παιχνίδι θα τον έχει το παιδάκι που θα πει πως θα παίξει τον άνεργο «όπως ο μπαμπάς και η μαμά». Εκτός από το ότι δεν θα έχει τι να παίξει στην παντομίμα, θα κατηγορηθεί πως στερείται φαντασίας.

Κι αν δεν μας κάνει κόπο να πάμε λίγο μακρύτερα από τον παιδικό σταθμό της γειτονιάς, ας πεταχτούμε σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη παράδοση και πιο προχωρημένη κοινωνική υποδομή για τους ανέργους, κι ας ρωτήσουμε «τι έγιναν όταν μεγάλωσαν» τα παιδιά των «μόνιμων» ανέργων.

Επιστρέφοντας στα δικά μας, ας επιστρέψουμε με ένα γεγονός:

Όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, αυξάνεται η ευθύνη της κοινωνίας να ετοιμάσει τους αυριανούς της εργαζόμενους. Ώστε τα παιδιά, ιδιαίτερα των χρόνιων ανέργων, να λάβουν εκτός σπιτιού (αναγκαστικά) την εκπαίδευση του άρτια προετοιμασμένου εργαζόμενου.

Και του ισότιμα προετοιμασμένου εργαζόμενου. Που θα παραλάβει ως παιδάκι την σκυτάλη ενός Κράτος-Δικαίου και θα την τρέξει ως ενήλικας στην επόμενη γενιά του.

Τέλος, (τέλος;), όσο αυξάνονται τα άνεργα σπίτια, μόνο στην κοινωνία μένει να «διαβεβαιώσει» τα παιδιά ανέργων ότι όταν μεγαλώσουν δεν θα γίνουν άνεργα σαν τον μπαμπά και τη μαμά.

Σκέψη στο περιθώριο
Όσο η ανεργία στη χώρα μας υπολογίζεται με λάθος αριθμούς, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία είναι λάθος.

Ένα ακόμη κείμενό μου για την ανεργία

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Αφαίμαξη στον κουμπαρά των παιδιών


Κανένας γονιός δεν είναι υπερήφανος όταν βάζει χέρι στον κουμπαρά των παιδιών. Πόσο μάλλον αν τον πιάσει το παιδί στα πράσα, με το χέρι μέσα στο γουρουνάκι.

Αν είστε άνεργος γονιός, περιμένετε. Θα έρθει η ώρα που θα συμβεί και στο γουρουνάκι-κουμπαρά του δικού σας παιδιού. Είναι καλό να γνωρίζετε, λοιπόν, ότι η κατάλληλη ώρα για αφαιμάξεις είναι όταν ο γουρουνοφύλακας λείπει στο σχολείο.

Ο τρόπος της αφαίμαξης συνιστάται να είναι μικρές δόσεις που δεν θα επηρεάσουν το βάρος του ζώου, με την ελπίδα ότι θα περάσουν απαρατήρητες. Εάν το παιδάκι σας είναι μικρό κι απονήρευτο, μια άλλη αποτελεσματική γονική συμπεριφορά είναι να κάνετε τη χορταστική σας αφαίμαξη αντικαθιστώντας στον κουμπαρά μεγάλα κέρματα με πιο μικρής αξίας για μπούγιο. Στα μικρά παιδιά το σύνολο του περιεχομένου του κουμπαρά ισούται με το μέγεθος της έντασης του κουδουνίσματός του, στοιχειώδη μαθηματικά που αν ίσχυαν και στον χασάπη της γειτονιάς σας δεν θα είχατε προβεί στον έκτακτο δανεισμό.

«Γίνεται για το καλό του παιδιού». Αυτό αν λέτε στον εαυτό σας, το γουρουνάκι την έχει άσχημα. Προτιμήστε να χρησιμοποιήσετε τα χρήματα αυτά για έξοδα του παιδιού. Θα σας κάνει να αισθανθείτε καλύτερα, τουλάχιστον λιγότερο άσχημα.

Ο παιδικός κουμπαράς μας είναι ένα ευχάριστο κεφάλαιο που οι περισσότεροι ενήλικες κουβαλάμε στο βιβλίο των παιδικών μας χρόνων. Πασπατεύοντας τον κουμπαρά του παιδιού σας, θα κουδουνίσουν διάφορες δικές σας παιδικές μνήμες. Με μέγιστη ωραία ανάμνηση, φυσικά, το άδειασμα του φίσκα κουμπαρά στο μεταλλικό ταψί της μαμάς (για να είναι η πτώση των κερμάτων θορυβώδης), παρουσία του μπαμπά-μετρητή (... ή μήπως αφαιμάκτη;).

Ως άνεργος γονιός, θα απολαύσετε εκ νέου δύο μεγάλες παιδικές χαρές σας: τη χαρά του μποναμά του γέρου θείου και τα κάλαντα.

Οι παππούδες και οι γέροι θείοι είναι μια διαχρονική πλουτοπαραγωγική μονάδα. Σύνολο μονάδων αν είστε τυχεροί κι ανήκετε σε πολυμελές σόι με πολλούς ηλικιωμένους θείους που τα ‘χουν τετρακόσια. Οι μποναμάδες στα παιδιά εκ παραδόσεως παραδίδονται στο χέρι του παιδιού ή με αντιπρόσωπο (εάν ο θείος επέλεξε εσάς, το γονιό χωρίς εισόδημα ως αντιπρόσωπο, μάλλον ατύχησε στην επιλογή του) τέσσερις φορές τον χρόνο: Χριστούγεννα, Πάσχα (χρονικά συμπίπτει με την καταβολή του δώρου της σύνταξης), στην ονομαστική εορτή του παιδιού και στα γενέθλια.

Εάν σας ενδιαφέρει να εξαντλήσετε αυτή την εισοδηματική πηγή, είναι καλό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα και δύο έκτακτων μποναμάδων στη διάρκεια του έτους: την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου αν κατορθώσετε και ντύσετε το αγοράκι σας τσολιά – το κοριτσάκι σας Μπουμπουλίνα, και τις Απόκριες. Τα λαγουδάκια πιάνουν καλή τιμή και οι πασχαλίτσες στα κοριτσάκια. Σημειώστε ότι κανένας παππούς δεν έχει χρηματοδοτήσει την εγγόνα του «γυναίκα του δρόμου».

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων αποκτούν πρόσθετη αξία όταν είστε χρόνιος άνεργος. Έχετε το δικό σας ανομολόγητο λόγο για να ξυπνήσετε το παιδί σας από τα χαράματα, να προλάβει τους γείτονες πριν τους πουν τα κάλαντα οι ανταγωνιστές μπόμπιρες της γειτονιάς.

Κι αν πιστεύετε ότι δεν ανήκετε στην παραπάνω κατηγορία στυγνού άνεργου γονιού, αναλογιστείτε τον εαυτό σας όταν τις γιορτές «δρομολογεί» τα παιδικά δώρα των συγγενών προς τα νέα αθλητικά παπούτσια που χρειάζεται ο μικρός ποδοσφαιριστής ή το ψευτογούνινο ζακετάκι που γυάλισε στη μικρή κοκότα. Ακόμη χειρότερα, με τι ευκολία «διαμελίζετε» το καινούργιο κομπιούτερ σε κομμάτια δώρου ή, οι παλιοί, την πολύτομη εγκυκλοπαίδεια που δεν μπορείτε να αγοράσετε μόνος σας σε κομμάτια εγκυκλοπαιδικής τυρόπιτας, και τα μοιράζετε δεξιά κι αριστερά σε παππούδες και θείους.

Σκέψη στο περιθώριο
Είναι ωραίο να ξαναγίνεσαι πού και πού παιδί!

Ένα ακόμη κείμενό μου για την ανεργία.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ο καταστρεπτικός τυφώνας "Υποψία"


Ο τυφώνας «υποψία ανεργίας» θα μείνει στην ιστορία σας. Θα καταγραφεί ως μια από τις καταστρεπτικότερες υποψίες που σας έπληξε ποτέ, ιδιαίτερα άμα αποδειχθεί σωστή κι είστε άνεργος όπως το υποψιάζεστε.

Πριν σας χτυπήσει ο τυφώνας, το τελευταίο προ ανεργίας πλάνο σας σάς δείχνει να περιφέρεστε στο «βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο δουλειές» στάδιο. Περιφέρεστε άσκοπα στο στάδιο σκοτώνοντας τον χρόνο σας (έχετε πολύ χρόνο μπροστά σας αλλά δεν το ξέρετε ακόμη) και για να διασκεδάσετε τον εαυτό σας πηδάτε τα εμπόδια με θεατρική δυσκολία. Μιμείστε τις επευφημίες κόσμου και άλλα τέτοια σαχλά. Παίζετε τον νικητή, ασφαλώς εσείς δεν ανήκετε στους ηττημένους.

Εκεί, στο στάδιο, θα σας βρει η πρώτη ψιχάλα υποψίας. Το λαμπρό φως χαμηλώνει με ντίμερ, λίγο-λίγο γίνεστε πιο σκοτεινός και τα κατάλευκα δόντια σας πιο κατάλευκα. Βλέπετε εμάς μέσα από τον φακό. Πίσω από εμάς βλέπετε να πλησιάζει μια δύση δίχως χρώματα.

Είναι ο τυφώνας που πλησιάζει χωρίς βουητό. Παρακολουθείτε τον κινούμενο ουράνιο έλικα να μεγαλώνει. Ο τυφώνας-τιρμπουσόν πιθανώς να είναι η τελευταία χαριτωμένη σκέψη σας πριν σας κοπεί το γέλιο. Ο τυφώνας «υποψία» σάς χτυπάει, όπως και πολλούς άλλους στην ίδια μοίρα με σας, με ένα τσουνάμι απαισιοδοξίας. Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που καταπίνετε. Δεν ξέρετε πού πήγε ο κόσμος που σας κράταγε παρέα, δεν ξέρετε για πού το ‘βαλε ο κόσμος.

Η τέως ευφορία σας μπροστά στα μάτια σας και στα μάτια μας χαριεντίζεται με θράσος με τους τέως θεατές στις κερκίδες. Τους βλέπετε σκοτεινούς, κόντρα στο φως τους, σκιές από πλάσματα που ξέμειναν πίσω. Η ισχύς του τυφώνα ωθεί παλιές ζητωκραυγές πέρα μακριά, προς την ανοιχτή θάλασσα με τα καρυδότσουφλα.

Κοιτάτε σιωπηλός. Άναυδος. Για όποιον δεν ξέρει, ο τρόμος του επερχόμενου σάς έδωσε την τόλμη να βάλετε ο ίδιος εσώκλειστο το περιεχόμενό σας και να σφραγίσετε το γράμμα.

Έχει ξεκινήσει αν δεν το έχετε ακόμη καταλάβει η γύμνωση και ταπείνωση του βασιλιά. Διστακτικά, χωρίς το πανωφόρι σας, εισέρχεστε στη βεβαιότητα ότι είστε άνεργος. Εκεί δεν θα υπάρχουν πια τυφώνες κι υποψίες, μόνο σιγουριά και ένας μπόγος από άδεια βασιλικά ρούχα.

Σκέψη στο περιθώριο
Τους τυφώνες ακολουθεί νηνεμία πάνω από ερείπια.

Ένα ακόμη κείμενό μου για την ανεργία