Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Η τελευταία Αμαζόνα ανατρίχιασε

Στο άγγιγμα του άντρα, πρώτα ξαφνιάστηκε και ύστερα αγριεύτηκε η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας, της τελικής μετόπης του Παρθενώνα. Πολεμούσε στη δυτική πλευρά, σε καλή θέση, φάτσα δύση. Πράγματι από κει πάνω είχε χαρεί τις χιλιάδες δύσεις που της είχε υποσχεθεί η αρχαία πόλη της Αθήνας όταν το πάρα πολύ πάλαι ποτέ μεσουρανούσε. Μια πόλη που μεσουρανεί να σου τάζει δύσεις! Τότε η Αμαζόνα το είχε βρει οξύμωρο. Σήμερα, προφητικό. Της το είχαν υποσχεθεί όμως οι αρχαίοι Αθηναίοι, η πέτρα ποτέ δεν ξεχνάει, όταν με το άλογό της την σήκωσαν από το έδαφος και την στήριξαν όρθια ανάμεσα σε δυο τρίγλυφα στην κορυφή του Παρθενώνα (σχεδόν στην κορφή, το αέτωμα είχε το ρετιρέ). Χωρίς να της πουν τότε πως κάποτε θα χάσει τον ουρανό και τ’ άστρα και ότι από τα ψηλά θα βρεθεί ξανά στα χαμηλά, στο χώμα.
Η τελευταία Αμαζόνα οργίστηκε, με την εσωστρέφεια της πέτρας αναγκαστικά. Αιχμάλωτη από το υλικό που ήταν φτιαγμένη.
Την άγγιζαν! Ανατρίχιασε. Ρίγησε η πέτρα. Της ήταν ξένο αυτό το άγγιγμα και δεν ήθελε να του αφεθεί. Η Αμαζόνα ήτανε συνηθισμένη μόνο στο χέρι του αρχιμαρμαροτεχνίτη του Φειδία. Τούτο το χέρι τής ήταν ξένο, σκληρό από υγρά σαπούνια πιάτων, στριφτά τσιγάρα και λάθος χειρονακτικές εργασίες. Ενοχλητικά τραχύ από άγνωστες στην Αμαζόνα μας χειροτεχνίες και χειροποίητα. Βιαστικό λες και υπακούει σε ωράρια. Και εχθρικό. Έτσι το χαρακτήρισε αυτή που η ζωή της ήταν οι άγριες μάχες.
Ο πεσμένος πολεμιστής με τον οποίο μοιραζόταν την μετόπη της, Αθηναίος οπλίτης, όπως της συστήθηκε, την κοιτούσε. Τον είχε ρίξει η Αμαζόνα στο έδαφος της μετόπης με το δόρυ της την στιγμή που πέτρωσε η μυθική πάλη τους, όταν μαζί τους πέτρωσε η στιγμή. Στην στάση αυτή, σε ένα σύμπλεγμα οι δυο τους που κάπως μιμείτο τον μεταγενέστερο Άη-Γιώργη, ο οπλίτης την κοιτούσε ακόμη. Στην ικεσία και στο φόβο, στη ματιά του, διέκρινε τώρα κοροϊδία. Χλευασμό και εκδίκηση. Ο νικημένος νίκησε με τη βοήθεια του χρόνου. Έκανε 2.500 χρόνια υπομονή και να που κέρδισε. Αν δεν ήταν πέτρινος και στριμωγμένος σε μια μετόπη, θα σηκωνόταν όρθιος και θα έδινε το χέρι του για ευχαριστώ στους συντηρητές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Μουσείου της Ακρόπολης που τον έβγαλαν από την ήττα του.
«Ρε από μια γυναίκα! Σε νίκησε μια γυναίκα, ξεφτιλισμένε!» τον μάλωνε μέσα από το δόντια του ένας ειδικευμένος εργάτης που πλησίασε στην μετόπη με κράνος. «Μας ντρόπιασες», τον μάλωσε ξανά ενώ τον χάιδευε σκουπίζοντας από πάνω του την σκόνη 25 αιώνων.
«2.500 ταπεινωμένα χρόνια», παραδέχτηκε ο Οπλίτης απολογητικά.
«Τι λες μωρέ;», τον έφερε στην πραγματικότητά μας ο σύγχρονος αρχιμαρμαροτεχνίτης κανενός Φειδία. «Εκείνα ήταν τα ταπεινωμένα χρόνια; Τούτα είναι! Πριν, καλά ήταν. Είχαμε τα επιδόματα.»
Η τελευταία Αμαζόνα περίμενε τελευταία την σειρά της. Υπομονετικά όσο χαϊδευόταν ο οπλίτης. «Δεν μου αξίζει» θα παραπονιόταν εάν είχε κάποιον να την ακούσει. Ο Φειδίας της όμως ήταν μακριά. Ούτε άκουγε πουθενά τον γλυκό λόγο του Περικλή, να την σώσει. Αναλογίστηκε από πόσα είχε διασωθεί σε αυτά τα πάρα πολλά χρόνια έως την αήττητη τωρινή επίθεση. Στις ανατινάξεις του ναού είχε μείνει στη θέση της ακούνητη, επειδή ακριβώς ήταν καλή στο να πολεμάει. Επίσης είχε σωθεί από επιθέσεις πουλιών, από σμήνη και σμήνη πουλιών και λευκά περιστέρια τάχα αθώα, αυτή τα ήξερε από την καλή κι από την ανάποδη. Δεν αμέλησε, τέλος, η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας μετόπης πως αυτή είχε γλιτώσει από την αρχαιολογική λαγνεία πρότερων ανδρών. Ερασιτεχνών. Είχε γλιστρήσει από το μάτι τους και είχε ξεφύγει ή μπορεί να είχαν φοβηθεί το μυτερό της ακόντιο, μην τους βρει η μοίρα του πεσμένου οπλίτη. Σε αυτό κατέληξε αυτάρεσκα. Γι’ αυτές τις νίκες της, για να την τιμωρήσουν οι επίγονοι Αθηναίοι, της άφηναν τον χρόνο να αναλογιστεί τι θα χάσει εκτός από τις δύσεις της και τον ελεύθερο αττικό ουρανό.
Τη χαμένη της δόξα, λοιπόν, θυμόταν όταν ο συντηρητής την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της. Την ενόχλησε εκ νέου θωπεύοντας το γυναικείο της κορμί που, σαν να μαρμάρωσε από φόβο, στεκόταν ακίνητο, και συνέχισε μετά, ο αναίσχυντος, χαϊδεύοντας και το άλογό της που σάστισε και ξέχασε να χλιμιντρίσει. Πεισματικά, για να αμυνθεί, η Αμαζόνα ανακάλεσε το άλλο, εκείνο το αρχαίο άγγιγμα. Και το βλέμμα του Φειδία θυμήθηκε να την καλύπτει σαν βελούδινο ριχτάρι. Ο ξένος άντρας επέστρεψε στην Αμαζόνα. Τελευταία για σήμερα και για πάντα στον Παρθενώνα. Την ξανάγγιξε απαλά. Με τρυφερότητα διέτρεξε με το χέρι του το σώμα της. Ψαχούλεψε κρυφά το στήθος της, το ένα βυζί των Αμαζόνων. Ύστερα, την φύσηξε στο πρόσωπο. Κατάμουτρα. Πλησίασε το κεφάλι του κοντά στο δικό της, στην απόσταση του φιλιού, και την φύσηξε. Η Αμαζόνα δέχτηκε την σύγχρονη ανάσα του 21ου μας αιώνα χειρότερα κι από σιχαμερή φτυσιά.
«Νικηθήκαμε, καλή μου», της ψιθύρισε ερωτικά ο άντρας, ξεχνώντας πως σε έναν ναό ψιθυρίζουμε ευλαβικά. «Είναι προαποφασισμένο τίποτα να μην μείνει όρθιο». Η Αμαζόνα ρίγησε σύγκορμη στην προφητεία της πτώσης. «Η Ιστορία λύγισε, γονατίζει σαν τον οπλίτη σου», συνέχισε αυτός. «Πέφτουν τα σύμβολα. Μήνα Μάιο, να το θυμάσαι στο Μουσείο. Παραδοσιακά, τον Μάη συμβαίνουν στους Έλληνες οι πτώσεις.» Την περίμενε ώσπου να ριγήσει ξανά. «Μαζί σου σήμερα τελείωσαν οι Αμαζονομαχίες.»
«Εγώ ήμουν μια Αμαζόνα», σκέφτηκε λυπημένη και για πρώτη φορά στα 2.500 μετρημένα χρόνια της ζωής της τα έβαλε με τον γλύπτη που την κάλεσε στην πέτρα από ένα μύθο. Που την έφερε στον Παρθενώνα από τη χώρα των Αμαζόνων χαρίζοντάς της, διόλου αδιάφορο κίνητρο, έναν πορτοκαλί ουρανό. Δεν οργίστηκε γιατί την έκανε από πέτρα, άρα αιώνια, αλλά επειδή η απαράμιλλη τέχνη του της είχε σμιλέψει μια καρδιά.
Καθώς την κατεβάζανε στο έδαφος, αυτή η καρδιά έσπασε.
Ήτανε πρωί. Αργούσε η δύση.
Κρίμα.

Από σήμερα ο Παρθενώνας δεν δέχεται ικέτες.

(Για το ηλεκτρον. περιοδικό «Ως3»)


http://www.os3.gr/gr_issue_cont_hostria.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια: